Μια εικόνα χίλιες λέξεις – Μετανάστευση


Το 1970 ο πατέρας μου έφυγε για τη Γερμανία αφού πρώτα είχε εξαντλήσει κάθε πιθανή λύση για να μπορέσει να μας ζήσει με αξιοπρέπεια. Είμαστε τρία παιδιά και κορίτσια. Έτσι η απόφαση να φύγει ήταν πλέον μονόδρομος. Η Γερμανία τον δέχτηκε με πολύ κρύο και με εκείνο το βλέμμα που έδειχνε μονομιάς τη θέση του. “Πρόσεχε καλά γιατί είσαι εργάτης εδώ!”. Η γλώσσα τους άγνωστη γι’ αυτόν και μεταλλική σαν τα χτυπήματα των μετάλλων στα εργοστάσια που δούλευε. Οι δουλειές βαριές, όπως γίνεται πάντα για το κατώτερο προσωπικό και οι μέρες επίσης. Η μόνη χαρά, η προσμονή του μηνιάτικου.
Δε θέλησε ποτε να πάρει τίποτα άλλο εκτός απο εκείνον το μισθό και πιστεύω μαλλον από φόβο μηπως χάσει την ταυτότητά του. Βλέπεις, ήταν υπερήφανος για την καταγωγή του και δεν μπορούσε να καταλάβει, ούτε να αποδεχθει τη νοοτροπία των Γερμανών. Μετα από κάποια χρόνια δουλειάς, μοναξιάς και πόνου στην ξενιτιά, επέστρεψε!
Η Γερμανία όμως αποδείχτηκε δυνατότερη από αυτόν. Γύρισε πίσω ένας άλλος άνθρωπος, η ξενιτιά τον είχε αλλάξει. Έφερε μαζί του τη σκληράδα, αλλά και την αλήθεια εκείνης της γενιάς. Η μετανάστευση είχε σώσει τις οικογένειες αλλά είχε πληγώσει ανεπανόρθωτα τις ψυχές.
Βούλα Φωτοπούλου
———————————————————————————————————————————————————————

Τις νύχτες, την άκουγε μέσα στο νου του να ανασαίνει, μύριζε το λουλουδένιο της άρωμα, ψιθύριζε αργά κι υπόκωφα, το γλυκό της όνομα.
Ένα βουητό στο ψυχρό δωμάτιο, ένας αναστεναγμός που δεν έσβηνε.
Η ξενιτιά γινόταν σεντόνι βαρύ που τον πλάκωνε και τον έκαιγε, αντί να τον δροσίζει.
Και το σώμα του, κουρασμένο, μάθαινε την πικρή συνήθεια.
Κάθε χάραμα,
θυμόταν εκείνη που άφησε πίσω: τα λεπτά χέρια της, τα κρινοδάκτυλά της,
τη φωνή της, που εξακολουθούσε να του είναι τόσο οικεία!
Ήταν πολύ μακριά από εκείνη, κι εκείνος κάθε στιγμή ένιωθε πώς είναι να να λείπεις από παντού.
Εύη Μαυρογιάννη