Ενήλικες πιπίλες

Οι ενήλικες δεν πιπιλάνε πια πλαστικό. Πιπιλάνε αφηγήματα. «Το αξίζω». «Μια φορά είναι». «Δεν είναι και τίποτα». Και κάπως έτσι, το τίποτα γίνεται συνήθεια, και η συνήθεια γίνεται χαρακτήρας.
Οι ενήλικες πιπίλες φορούν καθαρά ρούχα και μιλάνε άπταιστα λογική. Έχουν ωράριο, τιμοκατάλογο και κοινωνική αποδοχή. Δεν πέφτουν στο πάτωμα, πέφτουν πάνω σου, συνήθως βράδυ, όταν δεν υπάρχει κοινό και οι άμυνες έχουν σχολάσει. Τη λένε «ένα ποτηράκι για να χαλαρώσω», ενώ είναι μια παύση απ’ τον εαυτό σου σε υγρή μορφή. Τη λένε «φαγητό παρηγοριάς», λες και η πείνα ήταν στο στομάχι και όχι κάπου πιο βαθιά, πιο ντροπαλά. Τη λένε «μια μικρή αγορά», γιατί το κενό αντέχεται καλύτερα αν συνοδεύεται από απόδειξη. Τη λένε «σεξ χωρίς δεσμεύσεις», λες και η ανάγκη για επαφή υπακούει σε νομικούς όρους.
Οι ενήλικες πιπίλες είναι ύπουλα τρυφερές. Δεν έρχονται να σε καταστρέψουν, έρχονται να σε σώσουν πρόχειρα. Να σε κρατήσουν όρθιο όταν δεν έχεις άλλον τρόπο. Και αυτό ακριβώς τo κάνει τόσο δύσκολο να τις αποχωριστείς γιατί, σε κάποιο επίπεδο, σε βοήθησαν. Γι’ αυτό μην τις υποτιμάς. Είναι μνημεία επιβίωσης. Απλώς κάποια στιγμή αρχίζουν να ζητάνε αντάλλαγμα. Κάτω απ’ τον σαρκασμό, κάτω απ’ το «έλα μωρέ», υπάρχει ένας άνθρωπος κουρασμένος από την εγρήγορση. Ένας άνθρωπος που δε θέλει άλλη αυτοβελτίωση, άλλη επίγνωση, άλλο «δουλέψ’ το». Θέλει απλώς να ακουμπήσει κάπου χωρίς να εξηγεί τον πόνο του σε υποσημειώσεις. Δεν είναι ωριμότητα να λες «εγώ δεν έχω πιπίλες». Ωριμότητα είναι να λες: «Αυτή είναι η δική μου. Την αναγνωρίζω. Την πιάνω στα χέρια μου και βλέπω τι μου κάνει». Και μερικές φορές, όχι πάντα, όχι ηρωικά, να διαλέγεις κάτι άλλο. Έναν άνθρωπο που αντέχει τη σιωπή σου. Ένα κλάμα χωρίς θεατές. Ένα όριο. Μια αλήθεια που δεν ντύθηκε ακόμα. Γιατί στο τέλος, πίσω από κάθε ενήλικη πιπίλα, δεν υπάρχει αδυναμία. Υπάρχει ένα παλιό, επίμονο αίτημα: “Nα μη χρειαστεί να αναισθητοποιηθώ για να συνεχίσω να υπάρχω”.
Σολάκη Μοσχούλα