Κυριακάτικο βράδυ

Βραδιάζει και αισθάνεσαι μοναξιά. Πέρασε κι αυτή η Κυριακή, αφήνοντας πίσω της μια πικρή γεύση στα χείλη. Ίσως την περίμενες διαφορετική, ίσως να σε ξέχασε λίγο η χαρά και μελαγχόλησες λιγάκι…
Βραδιάζει και κοιτάζεις τον ουρανό που είναι γεμάτος αστέρια. Απόψε θέλεις να αισθανθείς πως η καρδιά σου χτυπά σε άλλον ρυθμό, απόψε θέλεις να νικήσεις κάθε σκιά που μπαίνει μπροστά στο φως σου. Άντεξες, λες, πολλά, αλλά η ζωή σε αμείβει και το γνωρίζεις αυτό καλά. Κι άλλοτε τα κατάφερες, γνωστά πράγματα για σένα, είσαι δυνατή τόσα που έχεις περάσει! Γνωρίζεις τώρα πια από δυσκολίες, από μοναξιά, από καιρούς ανατρεπτικούς…
Ένα δάκρυ κυλά αργά στο πρόσωπό σου, περίεργη αίσθηση…Μοιάζει να σε χαϊδεύει με στοργή. Ένας αναστεναγμός βαθύς βγαίνει από την ψυχή σου αυτή την ώρα. Την αισθάνεσαι βαριά, κουρασμένη από τις σκέψεις. Σε κούρασα κι εσένα, αλλά “δεν το καταλάβαινα «πριν»”, της λες ανοίγοντας ένα διάλογο μαζί της…
Συγνώμη για όλα, για ό,τι δεν κατάλαβα και έχασα πολύτιμο χρόνο, για ό,τι δε συγχώρησα στον εαυτό μου και του φόρτωσα τόσα λάθη. Τον άφησα να αιωρείται στο κενό και δεν τον «τράβηξα από το χέρι» να τον λυτρώσω. Ίσως άφησα πολύ χρόνο και χάθηκε. Δικαστής ο χρόνος, δεν ξεχνά ποτέ, αντίθετα σου θυμίζει τα χρωστούμενα. Έρχεται μπροστά σου όπως αυτή τη βραδιά ξαφνικά, εκεί που έχεις ξεχαστεί και σου θυμίζει τα χρέη σου. Τι κι αν είναι Κυριακή; Εκείνος δε συγκινείται από τις μέρες, από τις αναμνήσεις, ούτε συμπάσχει με τη θλίψη και τη μοναξιά σου. Δεν έρχεσαι για παρέα, χρόνε, του λες αλλά δεν ακούει, απλώνει τα χέρια του και σου δείχνει τα βιβλία με τα χρέη από τα περασμένα χρόνια. Αμείλικτε Χρόνε, φωνάζεις και εκείνος δε μιλά καν, μόνο σε κοιτάζει ίσια στα μάτια…
Αυτό το βλέμμα σου το γνωρίζω, πήρες τις αποφάσεις σου λοιπόν, τέλειωσε η προθεσμία, σε πλήρωσα όμως…
Γυρίζει την πλάτη και φεύγει χωρίς να σε κοιτάξει. Αυτό τελικά ήθελε σκέφτηκες εκείνη την στιγμή, «να καταλάβω»…
Μαριάνθη