Μια εικόνα χίλιες λέξεις – Ένας άλλος κόσμος


“Επιμένω σ’ έναν άλλο κόσμο. Τον έχω τόσο ονειρευτεί, τόσο πολύ έχω σεργιανίσει μέσα του, που πια είναι αδύνατο να μην υπάρχει.”
Χ. Λάσκαρης
Δεν είναι άρνηση της πραγματικότητας, όχι.
Είναι όμως αντίσταση στην ωμή πραγματικότητα που ζούμε.
Αυτή που σφίγγει ολοένα και περισσότερο, σα μέγγενη την ψυχή μας.
Κι αν τελικά αυτό που ζούμε, μοιάζει με επιβίωση μόνο, η μοναδική μου άμυνα για να αντέξω, είναι να συνεχίσω να ονειρεύομαι.
Να ονειρεύομαι, όχι να ονειροβατώ!
Πως κάποτε ετούτος ο κόσμος, θα γυρίσει στην ιδεατή του μορφή.
Αυτή που ψάχνω απεγνωσμένα να βρω στους ανθρώπους δίπλα μου.
Αυτή που αναζητώ, παρατηρώντας ζευγάρια.
Αυτή που δε γνώρισαν ποτέ τους τα παιδιά και έχασαν στο διάβα της ζωής τους οι ηλικιωμένοι.
Όλοι ψάχνουμε ένα νόημα σε τούτη τη ζωή, για να την αντέξουμε.
Γι’ αυτό κι εγώ θα επιμένω πως αυτός ο “άλλος κόσμος”, που τόσο πολύ τον έχω “σεργιανίσει” με το νου και την καρδιά, υπάρχει!
Υπάρχει και τον μοιράζομαι με εκείνους τους λίγους, τους ξεχωριστούς ανθρώπους που κράτησα πλάι μου, γιατί με εκείνους μόνο κατάφερα και να μοιραστώ όσα οι σιωπές μας φωνάζουν.
Υπάρχει, όχι γιατί τον βλέπω, αλλά γιατί τον νιώθω.
Υπάρχει, γιατί σ’ έναν κόσμο σκληρό και πλήρως απομυθοποιημένο, η πίστη μου σε αυτό το διαφορετικό, είναι κι ο μοναδικός μου τρόπος να πω ότι υπάρχω κι εγώ.
Μαρία Μαραγκού
———————————————————————————————————————————————————

Θα εξομολογηθώ τώρα κάτι που δε το έχω πει ποτέ σε κανέναν.
Όταν ήμουν γύρω στα εφτά έζησα μία μοναδική εμπειρία!
Είχαμε στο σπίτι μας ένα κρυφό δωμάτιο. Ένα μικρό δωματιάκι που το χρησιμοποιούσαμε, κυρίως, σαν αποθήκη. Πάντα, κάτι με τραβούσε σαν μαγνήτης εκεί μέσα. Ήθελα να το ψαχουλεύω με τα μικρά χεράκια μου, να ανακαλύπτω τι στο καλό κρύβανε εκεί η μαμά και η γιαγιά. Μέσα στο δωμάτιο υπήρχε μία εντοιχιζόμενη ντουλάπα στο χρώμα της μέντας με διαμαντένια χερούλια και σκαλίσματα στις άκρες της. Μία ντουλάπα, μόνιμα κλειδωμένη. Μία από τις πολλές ημέρες που χώθηκα στο κρυφό δωμάτιο και καθώς ψαχούλευα τα συρτάρια του γραφείου που δέσποζε στην άκρη του δωματίου βρήκα ένα κλειδί! Με αγωνία το πήρα και άρχισα να προσπαθώ να ξεκλειδώσω την ντουλάπα! Του κάκου όμως, η πόρτα της είχε φρακάρει! «Δε φεύγω από εδώ εάν δε την ανοίξω!», σκέφτηκα και συνέχισα να προσπαθώ μέχρι που… το φύλλο της άρχισε σιγά σιγά να ανοίγει! Εκστασιασμένη κοιτούσα και -αχόρταγα- περίμενα να δω τι φαντεζί ρούχα, τι θεατράλε καπέλα, τι γυαλιστερά παπούτσια φυλούσε στα σπλάχνα της η ντουλάπα! Βλέπεις, η γιαγιά μου ήταν χορεύτρια και η καρνταρόμπα της ήταν πάντα εντυπωσιακή! Η πραγματικότητα όμως ξεπέρασε κάθε προσδοκία και κάθε φαντασία…
Στην ντουλάπα, μέσα στη ντουλάπα, ναι, καλά καταλάβατε, υπήρχε μία σκάλα που κατέβαινε. Το στόμα μου ήταν τόσο ανοιχτό από το σοκ που κάλλιστα έμοιαζε με τη σπηλιά του Νταβέλη! Κοιτάω γύρω μου να βεβαιωθώ ότι στο δωμάτιο είμαι μόνη και χωρίς δεύτερη σκέψη κατεβαίνω τη σκάλα… «Παναγίτσα μου! Δεν μπορεί, ονειρεύομαι!», ψέλλισα και άρχισα να τσιμπιέμαι να δω μήπως και -όντως- ονειρευόμουν. Ένα σκηνικό, βγαλμένο από το πιο όμορφο παραμύθι, άρχισε να ξετυλίγεται μπροστά μου! Ένα τοπίο γεμάτο δέντρα, βουνά, πεδιάδες που στραφτάλιζε! Παντού χιονισμένα και να κρέμονται μικρά διαμάντια από τα κλαδιά των δέντρων! Προχώρησα λίγο καθώς έτριβα τα μάτια μου μήπως, βρε παιδί μου, και δε βλέπω καλά. Κι όμως. Όσα έβλεπαν τα μικρά και στρογγυλά μου ματάκια ήταν πέρα για πέρα αληθινά! «Ελάτε, στη λίμνη με τα νούφαρα να χορέψουμε! Έχει πιο πολλή χρυσόσκονη εκεί!», ακούω μια λεπτή φωνή να λέει. Γυρίζω πίσω μου και τι να δω! Μια μικροσκοπική νεράιδα κουνούσε τσαχπίνικα τα μωβ φτερά της, κρατούσε το τούλινο φόρεμά της κάνοντας μικρές στροφές και καλούσε τις φίλες της για χορό! «Άραγε με βλέπει;», αναρωτήθηκα και πήγα, δειλά δειλά, κοντά της.
«Γεια!», της λέω και αυτή πετάχτηκε σαν ελατήριο τσιρίζοντας. «Καλέ, μη φωνάζεις! Μη με τρομάζεις! Δε θέλω να σε βλάψω! Να γνωριστούμε θέλω!», της λέω και εκείνη άρχισε να με περιεργάζεται. «Τι είσαι εσύ του λόγου σου; Νάνος;», μου λέει. «Όχι! Παιδί είμαι! Ήρθα μέσα από την ντουλάπα. Έχουμε ένα μυστικό δωμάτιο και…» «Καλά καλά, άσε τα λόγια και πάμε να χορέψουμε στη λίμνη με τα νούφαρα με τις άλλες», με διέκοψε. «Έχει έξτρα χρυσόσκονη εκεί και όπως θα ξέρεις -αν ξέρεις- η χρυσόσκονη κάνει καλό! Έχει βιταμίνες ψυχής, πρωτεΐνες καρδιάς και ιχνοστοιχεία ανθρωπιάς! Πρέπει να παίρνουμε τρεις δόσεις την ημέρα από αυτή!», μου είπε, με πήρε από το χέρι και με οδήγησε στη λίμνη με τα νούφαρα γεμάτα από χρυσόσκονη. Πριν καλά καλά το καταλάβω άρχισα να στροβιλίζομαι στον αέρα, να χορεύω μαγεμένη και να τινάζω από πάνω μου τη χρυσόσκονη! Γελούσαμε και χορεύαμε, χορεύαμε και γελούσαμε! Ξαφνικά η λίμνη γέμισε με νεράιδες! Ήταν οι φίλες της, οι αδερφές της, πανέμορφες με μακριά μαλλιά και άλλες με μόικαν, με υπέροχα αστραφτερά φορέματα και άλλες με σούπερ μίνι, άλλες καλλίγραμες και άλλες στρουμπουλές σαν μαλακά μαξιλαράκια, άλλες ψηλές και άλλες μινιόν, άλλες με μεγάλα στήθη και άλλες με μαστεκτομή αλλά όλες πανέμορφες! Όλες υπέροχες! Η κάθε μία, μια μοναδική ομορφιά! Η νεράιδα που γνώρισα πρώτη με γνώρισε στις άλλες. Στην αρχή ήταν επιφυλακτικές, άσε που είδα και έπαθα να τις πείσω ότι δεν είμαι νάνος αλλά παιδί! Ύστερα όμως γνωριστήκαμε, εξοικειώθηκαν μαζί μου και παίξαμε και χορέψαμε και γελάσαμε πολύ!
Λίγο πριν φύγω μου ζήτησαν μια χάρη. Να πω στους ανθρώπους όσα είδα και έζησα και να τους μεταφέρω όλη αυτή την ομορφιά αυτού του «άλλου κόσμου». Να πω στους ανθρώπους ότι όλες οι γυναίκες είναι πανέμορφες νεράιδες, όπως και να είναι! Και ότι η κάθε μία έχει τη δική της σπάνια διαφορετική ομορφιά. Μου είπαν να πω στους άντρες ότι δεν πρέπει να κακοποιούν τις γυναίκες, ότι πρέπει να τις φροντίζουν και να τις αγαπούν γιατί είναι πλάσματα μαγικά. Βέβαια μου είπαν και το άλλο. Να πω στις γυναίκες να αγαπούν τους άντρες γιατί κι αυτοί είναι πλάσματα υπέροχα, να τους κατανοούν και να τους υπερασπίζονται. Έδωσα το λόγο μου. Θα το έκανα. Θα μετέφερα στους ανθρώπους όλα αυτά τα μηνύματα. Μου γέμισαν ένα δισάκι με μπόλικη χρυσόσκονη για τον δρόμο, με φίλησαν, μου χάρισαν και ένα ζευγάρι ολοκαίνουργια φτερά για το ενδεχόμενο κάποτε να ήθελα να πετάξω ψηλά και ξεκίνησα να ανεβαίνω τη σκάλα και να ‘μαι πάλι στο μυστικό δωμάτιο!
Βγαίνω από την ντουλάπα, κλειδώνω γρήγορα και βάζω πάλι το κλειδί στο συρτάρι του γραφείου. «Η μαμά και η γιαγιά θα έχουν ανησυχήσει!», σκέφτηκα και έτρεξα προς την κουζίνα.
«Πού είσαι, Ευούλα μου, τόση ώρα και σε ψάχνω παντού;», ρώτησε ανακουφισμένη η μαμά που επιτέλους βρέθηκα! «Μαμά πού να σ’ τα λέω!», της είπα αλλά εκείνη με διέκοψε για να ρωτήσει τι θα φάω. «Καλά, θα μου τα πεις όμως πες μου πρώτα, θες πατάτες τηγανητές ή αυγά μάτια;».
Κατά τη διάρκεια του φαγητού διηγήθηκα όλη την ιστορία στη γιαγιά και τη μαμά εκείνο το μεσημέρι. Είπαν ότι με πιστεύουν όμως δε το εννοούσαν. Κατά καιρούς τους έλεγα, αυτή την ιστορία, ξανά και ξανά όμως πίστευαν πάντα ότι την είδα στον ύπνο μου. Την είπα και στους ανθρώπους αυτή την ιστορία. Μετέφερα και όλα τα μηνύματα που μου είπαν οι νεράιδες μα μάταια. Κανένας δε με πίστεψε ποτέ. Μάλιστα κάποιοι άντρες κακοποιούσαν τις «νεράιδες» του κόσμου μας, δε με άκουσαν ότι δεν πρέπει. Ούτε οι γυναίκες όμως με άκουσαν. Δυστυχώς δεν μπόρεσα να μεταγγίσω πολλή αγάπη στους ανθρώπους. Τουλάχιστον είχα τη χρυσόσκονη και τα φτερά. Και ας νόμιζε η γιαγιά και η μαμά ότι είναι πράγματα από τα παιχνίδια μου. Εγώ λουζόμουνα συχνά πυκνά με τη χρυσόσκονη και χρησιμοποίησα, ουκ’ ολίγες φορές, τα φτερά στη μετέπειτα ζωή μου κάθε που ήθελα να δραπετεύσω. Η χρυσόσκονη με έκανε να αγαπώ και να συγχωρώ τους ανθρώπους – τόσες βιταμίνες ψυχής που είχε και τόσες πρωτεΐνες καρδιάς – και τα φτερά με έκαναν ελεύθερη, να πετώ μακριά από κάθε τι κακό και τοξικό. Κι ας μη με πίστεψε ποτέ κανείς ότι ήταν δώρο νεράιδων αυτά. Κι ας με κοιτούσαν σαν να ήμουν τρελή κάθε που διηγούμουν την εμπειρία μου. Δεν πειράζει.
Εσείς, τουλάχιστον, με πιστεύετε;
Εύα Κοτσίκου
————————————————————————————————————————————————————–

Ένας άλλος κόσμος γεννήθηκε μέσα μου τον τελευταίο καιρό. Σαν πίνακας ζωγραφικής με χιλιάδες χρώματα ανακατωμένα. Σαν παρτιτούρα με τις πιο όμορφες μελωδίες σε συμφωνική ορχήστρα. Ο δικός μου κόσμος έχει πάντα ήλιο με ένα εκατομμύριο ζωηρές ηλιαχτίδες που στήνουν χορό και χορεύω κι εγώ μαζί τους. Στον δικό μου κόσμο δε χωράνε η «ζήλια», η «κακία» και η «τοξικότητα». Αγάπη μόνο για τους δικούς μου ανθρώπους και τους φίλους μου. Για όλους αυτούς που με φιλοξενούν στο δικό τους κόσμο και έχω πρώτη θέση στην καρδιά τους. Ο δικός μου κόσμος, όπως και να το κάνουμε, είναι αλλιώς…
Κωνσταντίνος Ιωακειμίδης
—————————————————————————————————————————————————————

Υπάρχει ένας άλλος κόσμος που κάποιοι αντέχουν.
Κάποιοι τον βαφτίζουν ρουτίνα, τον βάζουν σε τάπερ και τον παίρνουν μαζί στη δουλειά.
Άλλοι, πνίγονται.
Πνίγονται στις λέξεις τις ανείπωτες, τα βυθισμένα “θέλω”.
Αχνοκοιμούνται και ξυπνούν με κούραση.
Στον άλλον αυτόν κόσμο, το “καλημέρα” είναι καθήκον. Το “σ’ αγαπώ”, σπάνιο είδος υπό εξαφάνιση.
Όλοι τον ξέρουμε αυτό τον κόσμο!
Τον έχουμε νιώσει, ζήσει! Κάποιοι, τον κουβαλάμε μέσα μας.
Και τον ταΐζουμε καθημερινά!
Και βολευόμαστε, ώσπου παύουμε να βλέπουμε τις διαφορές!
Και γίνεται σώμα, τόσο δικό μας, που δεν παίρνουμε πρέφα ότι όλο αυτό δεν είναι τίποτα άλλο, παρά τα όνειρά μας στην εντατική και τελικά, παραίτηση!
Εύη Μαυρογιάννη
—————————————————————————————————————————————————————

Ήταν Μάρτιος στην Ιαπωνία. Οι κερασιές άνθιζαν σαν όνειρα που δεν τολμάς να πεις δυνατά. Εκείνη ανέβαινε κουβαλώντας σαν φορτίο τις σκέψεις και τις επιθυμίες της τα ξύλινα σκαλιά ενός Βουδιστικού ναού στο Κιότο. Είχε κουραστεί από τον εαυτό της και τη νοοτροπία της αλλά ήταν και αποφασισμένη να πετάξει τις φθαρμένες πεποιθήσεις που διατηρούσε μόνο από συνήθεια. Στο χέρι της κρατούσε ένα μικρό πουγκί με δεμένο πάνω του ένα μικροσκοπικό κουδουνάκι. Ο ήχος του ήταν γλυκός σαν ψίθυρος προσευχής. ”Αν πιστέψεις θα πραγματοποιηθεί” της είπε ο μοναχός όταν της το έδωσε. Εκείνη δεν τον ρώτησε τι ακριβώς εννοούσε γιατί γνώριζε ότι μέσα της, η ευχή ήταν η ανάγκη να αλλάξει και κυριολεκτικά ήθελε να βγάλει φτερά και να πετάξει. Εκεί δεξιά σε ένα παλιό τραπέζι υπήρχαν δεκάδες omikuji-χαρτάκια της τύχης. Έβαλε ένα νόμισμα, έκλεισε τα μάτια και τράβηξε ενα απο αυτά. Η πρόβλεψη ήταν κακή. ”Η διαδρομή σου είναι σκοτεινή θα χαθείς εάν δεν αφήσεις πίσω το παρελθόν”. Τότε κοίταξε γύρω της και είδε πολλά δεμένα χαρτάκια με κακές προβλέψεις. Έδεσε και το δικό της με έναν κόμπο απόφαση. Το κουδουνάκι χτυπούσε μελωδικά και εκείνη επιτέλους έφευγε ελαφρύτερη.
Βούλα Φωτοπούλου