21 Ιανουαρίου 2018
Share

Αργεί ακόμα η επιβίβασή σου;

 

Εσύ, καθισμένος σε μια εξέδρα, περιμένεις το πλοίο που θα σε πάρει μακριά από τις επιλογές σου.
Δε λέω, πέρασαν πολλά στα τόσα χρόνια, μα εσένα πάντα κάτι δε σου άρεσε, έτσι όπως τα ‘βλεπες από μακριά πριν πιάσουν λιμάνι.
Τ’ άφηνες να περνούν.
Θα ‘ρθει η ώρα μου έλεγες.

Έτσι, επέλεγες ό,τι μπορούσε να αγκυροβολήσει στην εξέδρα σου!
Όχι, δεν ήταν καιρός για ρίσκα.
Δε σε ένοιαζε που δεν υπήρχε καπετάνιος, πλήρωμα, ούτε καν μέρος για να απλώσεις το ποδάρι σου.
Αρκεί που ήσουν ασφαλής στον οριοθετημένο χώρο σου.
Αρκεί που όταν έκανες το κομμάτι σου και έπαιρνες ό,τι ήθελες να μη σου στείλει κανείς το λογαριασμό. Αυτή ήταν πάντα η θεωρία σου. Αναίμακτες και ανέξοδες συναλλαγές. Όχι σε εμπορικά λιμάνια, μα σε όποιο όρμο μπορούσε να απλώσει τα δίχτυα της κάθε ύπαρξη που θεωρούσες ιδανική.

Εγώ, διάλεξα ένα βράχο απέναντί σου για να μπορώ να σε παρατηρώ.
Σε έβλεπα να καμαρώνεις για τα κεκτημένα σου κάθε φορά. Κατά καιρούς, θέλοντας να σε εμψυχώσω επικροτούσα κάθε σου κίνηση.
Μετά, σε άφηνα να απαξιώνεις πανηγυρικά ό,τι είχες θεοποιήσει έντεχνα.
Όχι, δε γιόρταζα την πτώση σου, μα πώς να κρύψω ότι με κάθε σου αποτυχία επιβεβαίωνα τη δική μου ύπαρξη;

Σε έβλεπα να μαζεύεις τα κομμάτια σου και γιόρταζα.
Φόραγα καινούργια ρούχα και καθόμουν ξανά στο βράχο μου, περιμένοντάς σε.
Εσύ ξεσκόνιζες τα δικά σου και σχεδίαζες τη νέα σου εξόρμηση.
Ημερομηνίες δεν κρατούσες. Δεν ωφελούν σε κάτι, σκεφτόσουν.
Όταν ο καιρός δεν το επέτρεπε και για να μη βαρεθείς στην πλάνη σου, έκανες μια βόλτα μέχρι τους ανθρώπους που είχες κρατήσεις στο περιθώριο.

Ποτέ δεν ήμουν το περιθώριο σου. Ούτε το λιμάνι σου, ούτε η επιλογή σου. Ούτε εσύ δεν ήξερες τι ήμουν.

Εγώ, κρατούσα ημερομηνίες!
Κρατούσα ημερολόγιο της πτώσης σου, έψαχνα κάθε φορά να βρω κενό στις σελίδες του. Άλλες πάλι, παρατηρούσα το αντικείμενο του πόθου σου, προσπαθώντας να του μοιάσω.
Τι πλάνη!

Ο μόνος σου φόβος, μην τυχόν στρέψεις το βλέμμα και δε με βρεις να περιμένω στον βράχο.
Και εγώ η ανόητη, ήμουν ευτυχισμένη!

Πέρασε ο καιρός, σκέφτηκες πως η εξέδρα σου δε σε καλύπτει πλέον. Διάολε, δεν αποβιβάζονται οι άνθρωποι που ψάχνεις!
Τα λιμάνια είναι ασφαλέστερα, σκέφτηκες. Μόνο που σε αυτά κάτι πληρώνεις. Ε, και;
Θα το τολμούσες!
Βρήκες λοιπόν ένα στα μέτρα σου, με φτηνά τελωνειακά, μπορούσες να κάνεις το κομμάτι σου και μετά να επιστρέψεις ανενόχλητος στην ασφάλειά του!

Κανείς τόσο έξυπνος, σκέφτηκες. Και ξεκίνησες.
Υπέροχα όλα!
Μόνο που στα λιμάνια, δεν ελέγχεις εσύ την κυκλοφορία, ούτε τι θα κοστίσει στο τέλος. Αυτά αλλάζουν απροειδοποίητα και εσύ είχες υποσχεθεί πολλά που δεν έκανες.
Βρέθηκες χρεωμένος και εγκλωβισμένος στην ίδια σου την ιδέα. Εκεί που θα ένιωθες ασφάλεια. Εκεί που θα μπορούσες να επιστρέψεις όποτε ήθελες!

Τώρα το μόνο που σου ‘χει απομείνει είναι η ασφάλεια του λιμανιού σου.
Σκέφτεσαι εκείνη την εξέδρα που μπορούσες εσύ να επιλέξεις ποιος θα αποβιβαστεί.
Μόνο που σε αυτήν, δεν μπορούν να δέσουν τα πλοία που ζητάς.
Θέλεις απεγνωσμένα να ταξιδέψεις .
Όχι με το μυαλό. Με αυτό έκανες πολλά ταξίδια και η ψυχή σου χόρτασε από εικόνες που εκείνο γέννησε.
Έχεις απομείνει με μια επιλογή: να εγκαταλείψεις το λιμάνι και να κάνεις διακανονισμό του χρέους, ή να παραμείνεις εκεί και να ονειρεύεσαι την επιβίβασή σου.

Μπορεί τα κύματα τώρα να μην επιτρέπουν να γυρίσεις πίσω στην εξέδρα σου.
Μα, κοίτα! Έρχονται καινούργια πλοία στο λιμάνι σου!
Μην περιμένεις να ‘ναι ο καιρός ευνοϊκός.

Εγώ εγκατέλειψα εκείνο τον βράχο.
Δε θα με βρεις εκεί…
Αργεί πολύ η επιβίβασή σου;

Μαρία Βουζουνεράκη

About Μαρία Βουζουνεράκη

Αγαπάω τους ανθρώπους, όσο και τις λέξεις μου.
Τα μουτζουρωμένα και τσαλακωμένα χαρτιά, μοιάζουν με μια συννεφιασμένη ημέρα που περιμένει τον ήλιο να κάνει πρεμιέρα.
Θυμάμαι πάντα τον εαυτό μου να ονειρεύεται και να ελπίζει.
Κάθε τι που ανασαίνει, είναι η δική μου έμπνευση.
Και είναι τόσο όμορφοι οι άνθρωποι, όταν γίνονται λέξεις στα μουτζουρωμένα σου χαρτιά!

Μπορεί επίσης να σας αρέσει