Ο νονός μου

Μ. Πέμπτη και είμαι καρφωμένη στο παραθύρι. Η ροδαλή μυτούλα μου έχει γίνει  ένα με το τζάμι.

-Θα φανεί από στιγμή σε στιγμή είπα στη μαμά μου.

Μόλις είχαμε τελειώσει το βάψιμο των αβγών με κρεμμυδόφλουδες και

η μυρωδιά από τα κουλούρια μου έκοβε την ανάσα, αλλά έτσι και έκανα το λάθος να αγγίξω ένα δεν με γλίτωνε ούτε ο μεγάλος μου αδερφός από την γιαγιά. Φύλακας όλο το εικοσιτετράωρο μη λοξοδρομήσουμε από την νηστεία.

Η αγωνία μου έφτασε στα ύψη όταν μπήκε σιγά σιγά με το αμάξι του μέσα στην αυλή μας. Τον κοιτούσα να βγαίνει ατσαλάκωτος με το σκουρόχρωμο κουστούμι του. Το μαλλί του χτενισμένο με ακρίβεια στο πλάι και το μουστάκι του περήφανο να στέκεται λεβέντικα στο γελαστό του πρόσωπο. Έβγαλε δύο σακούλες από το πορτμπαγκάζ και κοιτάζοντας προς το σπίτι συναντήθηκαν οι ματιές μας.

– Βαφτισιμιά, τον άκουσα να μου φωνάζει, μη κάθεσαι πίσω από το τζάμι. Έλα να με καλοδεχτείς.

– Μαμά έφτασε ο νονός, πέταξα στον αέρα  και έτρεξα να του ανοίξω την πόρτα.

Έτρεξα στην αγκαλιά του και με μια κίνηση με πέταξε ψηλά!!

– Νονέ μου, νονέ μου!! Η χαρά μου ήταν τόση μεγάλη.

Για άλλη μια χρονιά περίμενα πως και πως να δω τι παπούτσια θα μου έφερνε.

Αφού τον καλοδέχτηκε και η μαμά μου κερνώντας του λικέρ και γλυκό κυδώνι, μου είπε να ανοίξω τις σακούλες.

Η πρώτη είχε την λαμπάδα μου. Ήταν λευκή με πολύχρωμα κορδόνια και είχε επάνω μία νεραϊδούλα.

-Αχ, θα έχω την ωραιότερη στην εκκλησία του είπα δίνοντας του ένα φιλί στο μάγουλο.

Μετά άνοιξα την δεύτερη σακούλα. Ένα κουτί έκρυβε αυτό που λαχταρούσα. Το άνοιξα και έβγαλα από μέσα τα πιο υπέροχα σιέλ λουστρίνια παπουτσάκια.

-Σ ‘ ευχαριστώ!! Φώναξα με την τσιριχτή χαρούμενη φωνή μου. Είσαι ο καλύτερος νονός του κόσμου.

Χαμογέλασε και μας είπε ότι ήρθε η ώρα να φύγει. Μου δώσε την ευχή του και μας αποχαιρέτησε.

Βράδυ πλέον επιστρέφοντας από την εκκλησία, παρακάλεσα την μανούλα μου να μ’ αφήσει να κοιμηθώ με τα λουστρίνια μου αφού μου απαγόρευσε να τα φορέσω μέχρι το Μ. Σάββατο. Χαμογέλασε και φυσικά μου είπε όχι!

-Έστω να τα έχω δίπλα μου, της λέω.

-Όχι! Μου ξαναλέει.

-Έστω κάτω από το κρεβατάκι μου, της λέω, εγώ που σ’ αγαπάω τόσο μα τόσο πολύ;

-Τι θα κάνω με σένα, μου απάντησε και γέλασε. Ναι άστα κάτω από το κρεβάτι σου, αλλά το καλό που σου θέλω μη τα βρω το πρωί στα σκεπάσματα σου.

Με φίλησε στα μαλλάκια μου, έκλεισε το φως και με καληνύχτισε.

Μ. Πέμπτη κοιμήθηκα με τα σιέλ λουστρίνια μου.

Μ. Παρασκευή επίσης το ίδιο. (Μάτι δεν έκλεισα δύο νύχτες. Είχα το νου μου μη ξημερώσει και δεν προλάβω να τα βγάλω από τα ποδαράκια μου.)

Μ. Σάββατο επιτέλους!!

Περιμένω πως και πως να τα φορέσω το βράδυ στην Ανάσταση.

Οι φίλες μου θα ξετρελαθούν μόλις τα δούνε.

-Μα πόσο καλό νονό έχω!  Ο πιο υπέροχος όλου του κόσμου, θα τις έλεγα και τα ματάκια μου θα γυάλιζαν από χαρά.

Εύη Π. Γουργιώτη

 

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *