

Πέρασαν χρόνια πολλά, μια ζωή σχεδόν, μέχρι να καταλάβω πως δεν ειναι η αίσθηση του χρόνου ίδια για όλους. Είναι φορές που εύχεσαι να σταματήσει κι άλλες πάλι, βασανιστικά κυλά.
Θυμήσου εκείνες τις φορές που δεν ήξερες πώς να διαχειριστείς καταστάσεις, που αναζητούσες απεγνωσμένα μια διέξοδο, που το βάρος στο στήθος σου έμοιαζε ασήκωτο και δεν είχες άνθρωπο για να το μοιραστείς. Εκείνες τις φορές που η μοναξιά σε επέλεγε πρώτη, πριν μάθεις εσύ να ζεις μαζί της. Εκείνες, ήταν οι ώρες που έμοιαζε ο χρόνος να μη θέλει να προχωρήσει κι οι δείκτες του ρολογιού κολλούσαν πεισματικά.
Κι έπειτα, ήρθαν οι άλλες. Εκείνες που δεν προλάβαινες να τις χορτάσεις κι ας γύριζαν οι δείκτες με την ίδια ακριβώς ταχύτητα. Που έμοιαζαν με τις ριπές του ανέμου. Στιγμές που έμειναν ανεξίτηλα χαραγμένες μέσα σου, για να ‘χει τόπο η καρδιά να επιστρέφει και δύναμη να αντλεί.
Πέρασαν χρόνια πολλά, ναι, μα αν με ρωτούσες τώρα, θα σου έλεγα πως εκείνες οι ώρες που έμοιαζαν με αιώνες κάποτε, είναι κι αυτές που με έμαθαν να αγαπώ τις στιγμές.
Μαρία Μαραγκού

Εγείρε το κεφάλι του προς τα αριστερά, μαλλον αδιάφορα για τον χώρο και τους ανθρωπους που βρίσκονταν εκεί. Σε χρόνο λιγότερο απο μερικά δευτερόλεπτα, το βλέμμα του σταθηκε στα μάτια μου. Εμεινα έτσι ανίσχυρη να υπερασπιστώ την πύλη της ψυχής μου που άνοιξε αυτόματα.
Αυτός με το θράσος ενός βάρβαρου εισβολέα προχώρησε και αντίκρισε όλα τα φυλαγμένα μυστικά μου. Με είχε δει! Κι εγώ τον αγάπησα και τον μίσησα την ίδια κιόλας στιγμή. Ποτέ δε μιλήσαμε για εκείνη την πρώτη στιγμή. Αργότερα, όταν φτάναμε να πούμε κάτι γι’ αυτό, ξέραμε ότι θα χάναμε κάτι απο τη μαγεία που νιώσαμε και έτσι στεκόμασταν μαζί, σαν συνένοχοι στην οικειότητα της σιωπής.
Βούλα Φωτοπούλου

Το πέρασμα του χρόνου, μας θυμίζει πως η ζωή είναι εύθραυστη, μα και πολύτιμη∙ πως ο μόνος τρόπος να τον δούμε με άλλα μάτια, είναι να δίνουμε νόημα σε κάθε στιγμή, πριν αυτή γίνει μνήμη. Οι στιγμές που ζούμε τώρα, όσο μικρές κι αν μοιάζουν, είναι οι θησαυροί που αύριο θα κουβαλάμε μέσα μας. Ένα χαμόγελο, μια αγκαλιά, λόγια αγάπης και νοιαξίματος, – όλα γίνονται κομμάτια ενός παζλ που σχηματίζει την ιστορία μας. Ο χρόνος θα συνεχίσει να κυλά, αδιάφορος για το αν είμαστε έτοιμοι ή όχι! Εμείς, ως ταξιδιώτες, οφείλουμε να προσπαθούμε να γεμίζουμε τις αποσκευές μας, με όσα κάνουν την ψυχή να ανθίζει. Έτσι, όταν κοιτάξουμε πίσω, δε
θα μετράμε απλώς χρόνια, αλλά θα γεράσουμε με την ικανοποίηση, πως ήταν μια ζωή που άξιζε να ζήσουμε!
Εύη Μαυρογιάννη
———————————————————————————————————————————————————————
Μεγάλωσα.
Δυνάμωσα.
Θύμωσα.
Δεν έδωσα
ό,τι μπορούσα να δώσω.
Έρμαιο.
Κλείστηκα πολλάκις
στα ερμάρια του μυαλού μου.
Συνέβαινε μπροστά μου
το μεγάλωμά μου.
Συμβαίνει,
αμφιβάλλοντας για τα δεδομένα.
Ιωάννης Χρυσόστομος Παπουδάρης
———————————————————————————————————————————————————————

Είχα αποφασίσει να κόψω κάθε επαφή μαζί του. Να τον αποφεύγω όσο μπορώ. Μου κάνει κακό. Με πονάει. Χωρίς να μιλάει με πληγώνει. Ο πόνος είναι αφόρητος κάθε που με καρφώνει με το βλέμμα του. Ζούμε όμως στο ίδιο σπίτι. Κάποτε τον λάτρευα, κάποτε δε χορταινα να τον κοιτάω.
«Είσαι ακόμη όμορφη», μου φάνηκε πως μου ψιθύρισε τις προάλλες. Γύρισα και του έριξα ένα ειρωνικό βλέμμα ενώ πλατάγιαζα τη γλώσσα μου. Πήγα και στάθηκα μπροστά του με μια γερή δόση αποφασιστικότητας. Με τα δάκτυλά μου βάλθηκα να τεντώνω το δέρμα στο μέτωπό μου, να τραβάω προς τα πίσω τα ζυγωματικά μου. Με μανία άρχισα να ξεριζώνω κάποιες λευκές τρίχες που δέσποζαν στο κεφάλι μου.
«Είσαι ακόμα όμορφη» άκουσα τον καθρέφτη μου να μου λέει ξανά. «Γερνάω» του απάντησα με μια φωνή που έμοιαζε με κραυγή. Έσκυψα το κεφάλι και έμεινα να κοιτάω το πάτωμα. «Αυτό που βλέπεις τώρα εδώ δεν είναι παρά τα σημάδια που αφήνει πίσω του ο χρόνος καθώς περνάει. Σήκωσε ψηλά το κεφάλι σου και φόρεσε ξανά το χαμόγελό σου. Να θυμάσαι πως ένα πρόσωπο που χαμογελάει δε γερνάει ποτέ. Και εσύ είχες πάντα ένα υπέροχο χαμόγελο», είπε ο καθρέφτης και μου χάρισε το πιο όμορφο χαμόγελό του…