Ανοιχτά παραθυρόφυλλα

Ήταν μια μέρα όπως η σημερινή. Έλαμπε ο ήλιος και η θαλπωρή γλύκαινε τη διάθεση της Μαρίας. Αρκετά είχε πενθήσει μέσα στην εσωστρέφειά της. Έχασε χαρές, στιγμιότυπα ζωής που δεν επαναλαμβάνονται. Απαρνήθηκε τον κόσμο, κλείστηκε στο ησυχαστήριο της μοναξιάς της, άφησε τον ήλιο έξω από τα παραθυρόφυλλα, συμβιβάστηκε με την απαξίωση και ξέχασε πως υπάρχει.
Πείστηκε πως εκείνη έφταιγε για την εγκατάλειψή της από το σύζυγό της. Τιμωρούσε τον εαυτό της για την αδυναμία της να τεκνοποιήσει, αν και πολλές φορές αναρωτήθηκε μήπως ο λόγος ήταν προσχηματικός. Συνήθισε να πενθεί μια ζωή ενοχοποιημένη. Όταν πληροφορήθηκε πως η επιθυμία του πραγματοποιήθηκε, πως η νέα του σύντροφος τού χάρισε ένα υγιέστατο αγοράκι, χάρηκε πολύ. Δεν την αφορούσε, ούτε καθόριζε τη στάση ζωής της πλέον, αλλά έστειλε στο μαιευτήριο την πιο μεγάλη ανθοδέσμη, με μια λιτή ευχή: «ΕΥΤΥΧΕΙΤΕ».
Αυτή η ενέργειά της αποτέλεσε το εφαλτήριο για την ολική επιστροφή της στη ζωή. Πήρε ξανά τα κουπιά στα χέρια της κι άρχισε να αρμενίζει στις μπουνάτσες που από καιρό αντίκρίζε. Η καρδιά της ξαναβρήκε το τραγούδι της. Τα παραθυρόφυλλα έμεναν πια μόνιμα ανοιχτά, αφήνοντας τον ήλιο να φωτίζει τις διαδρομές στα υπόγεια της ψυχής της.
Όπως και σήμερα. Χτύπησε το κουδούνι. Με ζωηρή διάθεση έτρεξε να ανοίξει την πόρτα. Χρειάστηκε μερικά δευτερόλεπτα για να συνειδητοποιήσει ποιος στεκόταν μπροστά της. Ήταν ο πρώην σύζυγός της. Δεν είχε πια το αγέρωχο ύφος του. Στεκόταν διστακτικός, με το βλέμμα χαμηλωμένο. Η γλώσσα του σώματός του μαρτυρούσε παράκληση. Δεν ένιωθε πια τίποτα για εκείνον. Της ήταν ξένος, ένας απρόσκλητος επισκέπτης στη ζωή που είχε ξαναχτίσει. Κι όμως, χωρίς να το επιδιώξει, ένιωσε να την κατακλύζει μια αίσθηση δικαίωσης.
Δεν στάθηκε αγενής. “Σας ευχήθηκα ΕΥΤΥΧΕΙΤΕ , δεν έπιασε;”, του απάντησε και το εννοούσε. Με λίγα λόγια έκλεισε την παρένθεση του παρελθόντος. Κι αν είχε απομείνει κάποια ακίδα από τα παλιά αγκάθια, εκείνη τη στιγμή έπαψε να την πληγώνει. Έκλεισε την πόρτα, συναντήθηκε και πάλι με τον αναγεννημένο ψυχισμό της. Έμεινε για λίγο σκεπτική στη μέση του σαλονιού. Ύστερα ξαναβρήκε την αυτοκυριαρχία της και μπήκε στην κρεβατοκάμαρα. Διάλεξε το ωραιότερο φόρεμά της. Ντύθηκε για τη δική της γιορτή.
Περπάτησε αρκετά. Ρυθμικά ακουγόταν ο ήχος των τακουνιών της στο πεζοδρόμιο από το σταθερό βηματισμό της. Διάλεξε να πιει τον καφέ της μόνη, σ’ ένα παραλιακό μαγαζί. Γύρω της, ένιωθε τα χαμόγελα των ανθρώπων να της κρατούν συντροφιά. Ο ήλιος συνέχιζε να ντύνει με θαλπωρή το σώμα της χαιδεύοντας και την ψυχή της συγχρόνως!
Βαγγέλης Γιάννος