Ο κύριος Ατσαλάκωτος

Μια κάμερα αιωρείται γύρω από έναν άνδρα που περπατάει στους δρόμους της πόλης. Είναι ο Φίλιππος. Χαμένος στις σκέψεις του και τα άγνωστα συναισθήματα που τον έπνιγαν.
Αν παίρναμε το τηλεκοντρόλ της ζωής και πατούσαμε το κουμπάκι REW και βλέπαμε τη ζωή του Φίλιππου λίγους μήνες πριν, δε θα αναγνωρίζαμε το άτομο που είχαμε τώρα μπροστά μας. Άκρως ρεαλιστής με τάσεις εργασιομανίας, επίμονα φιλόδοξος και επίπονα εγωιστής, κινούταν στο χωροχρόνο σαν καλοκουρδισμένο ρομποτάκι. Όλα βρίσκονταν υπό τον πλήρη έλεγχό του, ακόμα και οι αισθήσεις του είχαν υποταχθεί στην αυταρχική φύση του. Αν και ιδιαίτερα κοινωνικός, δεν του άρεσε να έχει φίλους. Είχε με τόση επιμονή κτίσει ένα πελώριο γυάλινο τοίχο γύρω του που ήταν αδύνατο στον οποιοδήποτε να πλησιάσει. Φιγούρα επιβλητική, πάντα καλοντυμένος, δεν υπήρχε τίποτα το ατημέλητο πάνω του, κύριο Ατσαλάκωτο τον φώναζαν στο γραφείο.
Πάντα ανέκφραστος. Είχε χώσει πολύ βαθιά μέσα του κάθε συναίσθημα. Το έπνιγε πριν προλάβει να βγει στην επιφάνεια. Συνειδητά ήθελε να έχει τον έλεγχο τους, υποσυνείδητα φοβόταν. Κανείς ποτέ δεν μπορούσε να καταλάβει πώς ένιωθε. Ο κος Ατσαλάκωτος, ανέκφραστος, αποστασιοποιημένος δεν άφηνε κανένα περιθώριο να τον πλησιάσει κανείς.
Ώσπου ένα τσουνάμι συγκυριών ήλθε να αλλάξει την τόσο άψογα συντονισμένη ζωή του σε λίγα μόνο λεπτά. Ένα βλέμμα της ήταν αρκετό να δημιουργήσει τεράστια ωστικά κύματα που χτύπησαν με ορμή πάνω στον ατσαλάκωτο γυάλινο τοίχο του. Ο ήχος από το ράγισμα, έσκισε στα δύο την ηρεμία του μυαλού του. Με το γύρισμα της πλάτης της, το τίναγμα των μαλλιών της και την απαλή φωνή της να τον αποχαιρετάει, τραβήχτηκε το κύμα που ανελέητα εισέβαλε και σκέπασε την ψυχή του, και αυτό που άφησε ήταν μια καρδιά να τη ζητάει.
Η διαδοχή των γεγονότων μάς έφερε στο παρόν. Τώρα πατάμε PAUSE και βλέπουμε τον κύριο Ατσαλάκωτο χαμένο στον κόσμο του.
Κάνουμε ZOOM. Το πρόσωπο του δεν ήταν πλέον ανέκφραστο, το γυάλινο βλέμμα του είχε ραγίσει και φωτιές έβγαιναν ανάμεσα από τα ραγίσματα, το κορμί του ζητούσε κάτι άγνωστο για εκείνον μέχρι τότε: το χάδι της. Το πουκάμισο του ατημέλητα βαλμένο, τα μαλλιά του ανακατεμένα. Οι γύρω του δεν τον αναγνώριζαν πλέον.
Ήταν αυτό το αλλόκοτο συναίσθημα που τον αποπροσανατόλιζε και τον έκανε να αισθάνεται περίεργα.
Πατάμε το PLAY και αφήνουμε το ρου της ιστορίας να κυλήσει.
Ο κύριος Ατσαλάκωτος, απλά Φίλιππος.
Μόνος. Στο σπίτι. Οι σκέψεις τον έκαναν να χάνει την ηρεμία του. Τι ήταν αυτό που ένιωθε; Γιατί ξέφευγε από τον έλεγχό του; Γιατί κάθε φορά που άκουγε τη φωνή της στο τηλέφωνο ένιωθε το στομάχι του να δένεται κόμπος. Ο αυθορμητισμός της, το γέλιο της, τα φιλιά της, τα χάδια μεγάλωναν τη δίψα του.
Βουλιαγμένος τόσο καιρό σε μια αυτοματοποιημένη ζωή που ο ίδιος είχε δημιουργήσει και είχε βολευτεί, μέχρι την ημέρα που συναντήθηκαν.
Φοβόμαστε οι άνθρωποι να αισθανθούμε, βουλιάζουμε στη ρουτίνα της καθημερινότητας, πετάξαμε στην καρδιά μας ένα: «Έτσι είναι η ζωή» και μπλέκουμε με ασύμβατους γιατί έτσι δεν υπάρχει ο κίνδυνος του δεσίματος. Και η ζωή περνάει.
Από τις σκέψεις του τον έβγαλε ο ήχος του τηλεφώνου… το κοιτάζει, εκείνη. Δεν το σήκωσε. Κοιτούσε τη φωτογραφία της την ώρα της κλήσης. Ξεροκατάπιε. Με το κινητό στο χέρι κοιτάζει τον εαυτό του στον καθρέφτη. Τα μαύρα μάτια του έβγαζαν φωτιές. Παίρνει μια βαθιά ανάσα, αποφάσισε να δώσει μια κλωτσιά στους φόβους του και όπου βγει, ήταν η ευκαιρία που όφειλε να δώσει στον εαυτό του…ποιος ξέρει αν θα την είχε ποτέ ξανά.
Η ατσαλάκωτη πρότερη ζωή του, του φαινόταν τόσο άγνωστη πλέον, μόλις πήρε ανάσες δεν μπορούσε να ξαναγυρίσει εκεί.
Κοιτάζει το τηλέφωνο, πατάει στο όνομα της, οι ήχοι της κλήσης είχαν συντονιστεί με το χτύπο της καρδιά του και τότε ακούγεται η φωνή της στην άλλη γραμμή : «Φίλιππά μου;»… «Θέλω να σε δω, τώρα, έρχομαι από εκεί».
Το τελευταίο που ακούστηκε ήταν ο ήχος από τη μηχανή του αυτοκινήτου μαζί με τη μουσική που άρχισε να παίζει στο τέρμα. Πίσω έμεινε μια παγωμένη, ατσαλάκωτη μάσκα που δε χρειαζόταν πια. Το αίμα του είχε αρχίσει πλέον να κυλά καυτό στις φλέβες του…
(Wake me up) wake me up inside (I can’t wake up), wake me up inside
(Save me) call my name and save me from the dark
(Wake me up) bid my blood to run (I can′t wake up) before I come undone
(Save me) save me from the nothing I’ve become
Bring me to life
I′ve been livin’ a lie
There′s nothing inside
Bring me to life
Frozen (frozen) inside without your touch, without your love
Darling, only (only) you are the life among the dead
All this time, I can’t believe I couldn’t see
Kept in the dark, but you were there in front of me
I′ve been sleeping a thousand years, it seems
Got to open my eyes to everything
Without a thought, without a voice, without a soul
Don′t let me die here, there must be something more
Bring me to life
Άννα Μουσογιάννη
[…] *Το πρώτο μέρος της ιστορίας εδώ: Ο κύριος Ατσαλάκωτος – Μεταξύ μας […]
[…] Ο κύριος Ατσαλάκωτος – Μεταξύ μας […]