Αερικά

Κάποτε, πολύ παλιά, οι άνθρωποι που ζούσαν κοντά στη φύση επικοινωνούσαν με άυλες υπάρξεις. Μπορούσαν να τις δουν πολύ εύκολα στα μέρη που υπήρχαν ποτάμια και λίμνες, πυκνή βλάστηση που γέμιζε την περιοχή με το πράσινο χρώμα της, το αγαπημένο της άνοιξης, αλλά και το πανέμορφο χρώμα στις αλλαγές του φθινοπώρου, στις γήινες και μελένιες αποχρώσεις της Γης. Με αυτές, τα φύλλα των δέντρων στο τέλος του Καλοκαιριού αντάλλασσαν το πράσινο χρώμα τους, με το κιτρινωπό, το μελί, ή το καφετί που έμοιαζε με το χώμα, αποχαιρετώντας την εποχή αυτή στην αναμονή ενός ακόμα Χειμώνα.
Όλη η φύση στις αλλαγές της είναι πανέμορφη και εμπνέει αυτούς που την αγαπούν και καταφεύγουν κοντά της, ζητώντας και από εκείνη να αγκαλιάσει την ύπαρξή τους, να τους μαλακώσει την ψυχή και να γλυκάνει την καρδιά τους από οποιοδήποτε ανθρώπινο πόνο, ή θλίψη μπορεί να έχουν.
Οι άνθρωποι αυτοί, πίστευαν στην ύπαρξη αυτών των «στοιχειών» της φύσης – όπως τα ονόμαζαν, γιατί αναζητώντας λίγη ηρεμία και ξεκούραση, κατέφευγαν συνήθως στις περιοχές αυτές με την πυκνή βλάστηση, με τα τρεχούμενα νερά, ή με τις λίμνες του δάσους, απολαμβάνοντας την ενέργεια της περιοχής. Μια άλλη, διαφορετική και ανάλαφρη αίσθηση που υπήρχε, έμοιαζε να μεταδίδει μυστικά μέσα τους, ευχάριστα μηνύματα για τη ζωή, για την ύπαρξή τους όλη…
Σαν να ήθελε να τους παρασύρει πέρα από αυτό τον υλικό κόσμο, να τους ανοίξει διαύλους επικοινωνίας με άλλα πεδία ύπαρξης, άλλου χώρου και χρόνου, ίσως και άλλης ζωής. Ποιος ξέρει γιατί;
Ίσως ο περιορισμένος αυτός κόσμος της ύλης που ζούμε να πρέπει να αποτραβηχτεί λίγο από τη σκέψη μας και τα πλάσματα αυτά έχοντας μια βαθιά σοφία προσέφεραν πρόθυμα αυτή τη βοήθεια σε όποιους πίστευαν έστω και λίγο στην ύπαρξή τους.
Έμοιαζε σαν παρηγοριά στη στενοχώρια τους – αν υπήρχε αυτή, ή τους μετέδιδε μια ευχάριστη οπτική της ζωής, διαφορετική από αυτή που γνώριζαν εκείνοι.
Οι υπάρξεις αυτές, οι νεράιδες, ή τα αερικά, παρουσιάζονταν σε συγκεκριμένες στιγμές και εποχές, όπως και σε κάποιους ανθρώπους, άγνωστο για τους περισσότερους το «γιατί».
Ίσως για κάποιους που επικοινωνούσαν με τον άυλο κόσμο, όπως τα όνειρα και αυτούς που πίστευαν πως υπάρχουν πλάσματα που δεν είναι ορατά σε όλους. Για τους δικούς τους μυστικούς λόγους, που ενέπνεαν σεβασμό, κρατούσαν τα μυστικά τους μακριά από τα πολλά βλέμματα και τις συμπεριφορές ανθρώπων που δεν πίστευαν στην ύπαρξή τους…
Στα μέρη που σύχναζαν τα αερικά, συμπεριφέρονταν διακριτικά. Να μην τους ταράξουν, να μην τους προκαλέσουν φόβο, ή ανησυχία πως «κάτι δεν πάει καλά» με το μυαλό τους. Κάποιες φορές όπως είπαν κάποιοι άνθρωποι, έβλεπαν και συντροφιές μέσα στο δάσος που τραγουδούσαν και χόρευαν από χαρούμενες κοπέλες, φορώντας χρωματιστές κορδέλες στα μαλλιά τους με λουλούδια και φορέματα μακριά και διάφανα. Γελούσαν δυνατά ενώ χόρευαν και έτρεχαν γύρω-γύρω από τις λίμνες, πιασμένες χέρι-χέρι, ή όλες μαζί κάνοντας έναν κύκλο παράλληλα με το τραγούδι τους. Ήταν πολύ όμορφο θέαμα για όσους τις είχαν δει, μόνο που δεν έπρεπε να μιλήσουν καθόλου, αλλά να σωπάσουν μέχρι να σταματήσουν το τραγούδι τους και να φύγουν. Γνώριζαν πως μπορεί να «έπαιρναν» τη μιλιά τους, κάτι που είχε συμβεί κάποιες φορές, σύμφωνα με εμπειρίες ανθρώπων που ζούσαν στη φύση και εξιστορούσαν κάποια περιστατικά που είχαν συναντήσει. Αυτά τα ιδιαίτερα πλάσματα έμοιαζαν να τηρούν κάποιους μυστικούς κανόνες που είχαν, σχετικά με τη φανέρωσή τους στους ανθρώπους…
Μερικές στιγμές σκέφτομαι πως υπάρχει μια αόρατη δικαιοσύνη λεπτή και άυλη, διαφορετικής ίσως «υφής». Όπως ας πούμε το μετάξι, το αγγίζεις και αισθάνεσαι αμέσως τη διαφορά από τα άλλα υφάσματα, γιατί στην αφή του μοιάζει σαν να λέει: Πρόσεχε μη με «τσαλακώσεις», τα χέρια σου δεν έχουν συνηθίσει να αγγίζουν τη δική μου ποιότητα…
Αυτή η δικαιοσύνη, μοιάζει σαν να ζει σε άλλο χώρο, όχι πάντως στο δικό μας. Από εκεί επιβλέπει τις καταστάσεις και άγνωστο το «γιατί», κάποτε επεμβαίνει όταν εκείνη το αποφασίσει και τότε πολλά αποκαλύπτει ή ξεσκεπάζει από το δικό μας κόσμο, τον τόσο διαφορετικά δομημένο από τον άυλο δικό της που μοιάζει να είναι πολύ μακριά, αλλά κάποτε τον αισθανόμαστε κοντά μας, ή μήπως είναι κοντά μας, αλλά για κάποιο λόγο δεν τον «βλέπουμε»;
Μαριάνθη