Άνθρωπος – αμνός

Το χειρότερο είδος ανθρώπου είναι αυτό που σου προβάλλεται ως αμνός, αγνός και καθαρός, ενώ δεν είναι (σίγουρα δεν είναι).
Αρκούν μερικές ώρες επαφής μαζί του για να βγάλει τα νύχια του, πρώτα λεκτικά, όταν δεν του δώσεις τη σημασία που περιμένει ώστε να νιώσει μοναδικός, ισχυρός, ανεπανάληπτος.
Αυτοί οι άνθρωποι θα σου παρουσιαστούν ως δυνατοί, αν και πλήρως αδύναμοι στην πραγματικότητα. Όταν ξυπνήσεις την ανασφάλειά τους με την παραμικρή αμφισβήτησή τους, θα αμυνθούν επιθετικά αρχίζοντας να σε μειώνουν ή και προσπαθώντας να σου δημιουργήσουν ενοχές ώστε να σε χειραγωγήσουν συναισθηματικά.
Κρυμμένοι κάτω από την προβιά, ξεχνούν πως φαίνονται τα δόντια και τα νύχια του λύκου που κουβαλούν (στο) μέσα τους, νομίζουν πως μπορούν να τα καμουφλάρουν, μα αυτά αποκαλύπτονται, σιγά σιγά, μα σταθερά καθώς περνά η ώρα.
Είναι οι άνθρωποι που τα λόγια τους δε συναδούν καθόλου με τις πράξεις τους. Θα σου μιλήσουν για το Θεό, για την αγάπη, τη σωτηρία που ψάχνουν, τη βοήθεια που προσφέρουν στο συνάνθρωπο, ενώ την ίδια ώρα μπροστά στα μάτια σου βλέπεις να εκμεταλλεύονται την ευαλωτότητα πληγωμένων ανθρώπων, νομίζοντας ότι είναι τα εύκολα θύματά τους, και ότι κάνεις δεν καταλαβαίνει τι ακριβώς κάνουν.
Παρουσιάζονται ως συμβουλάτορες, ως σωτήρες, αν και ούτε τον εαυτό τους δεν μπορούν να σώσουν, πόσω μάλλον τους αλλους. Είναι τα “καλά παιδιά”, οι “καλοί Σαμαρείτες”, οι φορτωμένοι με κομποσχοίνια στα χέρια και σταυρούς στο στήθος, οι φαφλατάδες της ζωής που πήραν μια θέση ισχύος και πουλούν φούμαρα (γνωρίζοντας το, συνειδητά).
Ευτυχώς τίποτα δε μένει κρυμμένο για πολύ. Έπειτα οι ψυχικές ελλείψεις τους θα βγουν στο σώμα, στην ανημπόρια τους να συνδεθούν με σεβασμό. Είναι αυτοί που απαιτούν, που ζητούν που δίνουν με μόνο σκοπό να πάρουν. Σύντομα πετούν την προβιά κουρασμένοι να τη φορούν και κατασπαράζουν, κυρίως συναισθηματικά το “θύμα” που κατάφεραν να φέρουν στο μαντρί τους.
Αφού τελειώσουν το “θεάρεστο” έργο τους φορούν ξανά τη στολή του αμνού και συνεχίζουν με “χορτάτη” την κοιλιά (μια κοιλια που ποτέ δε χορταίνει, καθόλου τυχαία), στο επόμενο θύμα.
Φοβάμαι και υποψιάζομαι όλους αυτούς που μιλάνε για το Θεό όταν καθόλου Θεό δεν έχουν μέσα τους. Φοβάμαι και υποψιάζομαι όλους αυτούς που μιλάνε για αγάπη για τον άνθρωπο, όταν το μόνο που θέλουν είναι να τον αντικειμενοποιήσουν και να τον εκμεταλλευτούν.
Φοβάμαι την αρρώστια που παρουσιάζεται ως υγεία. Υποπτεύομαι βαθύτατα όσους μιλάνε σιγανά αλλά ανεβάζουν τον τόνο της φωνής τους όταν δεν τους αρέσει αυτό που ακούνε.
Παραδείγματα άπειρα στην εκκλησία, σε ιδρύματα και επαγγέλματα ταγμένα στον άνθρωπο, η εικόνα φανταχτερή μα το “είναι” τρύπιο (μπαζει από παντού), και φτηνό.
Μακάριοι όσοι μέσα στην αρρώστια και την παράνοια που συναντούν επιμένουν να νιώθουν περισσότερο “λύκοι” πάρα “αμνοί”. Αυτοί είναι που ποτέ δε θα δαγκώσουν και δε θα φάνε κανέναν και για τίποτα.
Ελένη Καρβουνάρη