Πικραμένη Άνοιξη

Πλησιάζεις, Άνοιξη, αλλά μάλλον θλιμμένη φαίνεσαι. Αλλάζεις λίγο το βήμα σου, το ξανασκέφτεσαι αλλά προχωράς. Αυτός ο θόρυβος γύρω σε ξαφνιάζει. Άλλα περίμενες και άλλα βλέπεις να διαδραματίζονται μπροστά σου. Η μελαγχολία σου απλώνεται παντού, ακόμα και ο αέρας μοιάζει αναποφάσιστος αλλάζοντας γρήγορα κατευθύνσεις. Μια πικρή αίσθηση κυριαρχεί σκοτεινιάζοντας το φως σου.
Όσο για τη φύση, παραπονιέται στα πουλιά που στέκονται ακούγοντας τα λόγια και τα παράπονά της με προσοχή. Εκείνα την ακούν, τη σέβονται, δεν την πικραίνουν. Στο τέλος του Χειμώνα αναριγούν, πετώντας σε τόπους άλλους μακρινούς, αποχαιρετώντας τους μήνες που πέρασαν με κόπο. Το έδαφος στολίζεται για τα καλά, διαλέγοντας προσεχτικά τα χρώματά του. Λίγο λίγο ξεπροβάλλει το κίτρινο και το λευκό, μέσα στο πράσινο μοιάζει κάτι να ελπίζει…
Ακολουθεί το ροζ, στολίζει βιαστικά τις αμυγδαλιές και τρέχει να στείλει το μήνυμα παντού: Έρχεται η Άνοιξη, η νύφη περιμένει, σαν άλλη Περσεφόνη, που θέλει να χαρεί ακόμα μια εποχή στη γη, να ανέβει χαρούμενη, καθώς από τα παλάτια του Άδη ξεγλιστρά, τα χρώματα όλα γύρω της απολαμβάνει, η ώρα της συμφωνίας είναι αυτή και εκείνη την περιμένει…
Στο κόκκινο χρώμα του πάθους, στο πορτοκαλί, υπάρχει μια ομορφιά που ξεπερνά σε έμπνευση και τον πιο ταλαντούχο καλλιτέχνη. Τι κρίμα όμως, κανένας δε σκέφτεται την Άνοιξη. Μια μικρή ανεμώνη παράμερα κλαίει σιωπηλά, περίμενε χαρούμενη να έρθει η στιγμή να στολιστεί κι αυτή, αλλά τώρα ο θόρυβος και η ζωή την έχουν τρομάξει.
Συγγνώμη, Άνοιξη, σε πικράναμε τελικά, σε αμελήσαμε μέσα σε τόση αναταραχή που υπάρχει. Κανένας δε σκέφτηκε πόσο κόπο έκανες για να μας ευχαριστήσεις, να μας «αλλάξεις» τη ζωή, να διώξεις μακριά μας το άγχος και τα βάσανα με τη μοναδική σου αύρα. Η ομορφιά σου μαλακώνει την καρδιά, ακόμα κι αν είναι τρομαγμένη. Μοιάζεις σαν την ανεμώνη, σκύβεις με κόπο προς το μέρος της καρδιάς της γης, αφουγκράζεσαι τους μυστικούς ψιθύρους της με τα πουλιά και τις σκέψεις των ανθρώπων.
Γιατί κάνουν πόλεμο οι άνθρωποι; Γιατί χτυπούν, γιατί σκοτώνουν; Γιατί περισσότερο ακόμα, σκοτώνουν την ίδια την ψυχή τους; Κι αν η ζωή δε σταματά, η καρδιά τους πάντα θα τρέμει σαν θυμάται, σαν συλλογίζεται αυτές τις σκοτεινές στιγμές που έζησε, αν έζησε, αν πρόλαβε να ζήσει.
Και εσύ, καλή μου Άνοιξη, με πίκρα ανάμεσά μας περπατάς και κανείς δε σε προσέχει. Βλέπεις οι άνθρωποι αυτοί, έχουν ακόμα βαρύ χειμώνα στο εσωτερικό τους και η σκέψη του ερχομού σου από όλους αυτούς, όλο και ξεμακραίνει…
Μαριάνθη