Το ουρλιαχτό της νύχτας

Σκόρπιες λέξεις μοιάζουν να πετούν ώρα πολλή γύρω μου απόψε,
σαν τα πουλιά που αναζητούν τη φωλιά τους, θέλουν να κουρνιάσουν,
να βρουν παρηγοριά μέσα στους αδιάκοπους κύκλους
του ταξιδιού τους.
Γύρω αρχίζει να σκοτεινιάζει.
Με βαριά βήματα η Νύχτα απόψε έρχεται, σαν να τη βασανίζει κάτι.
Σέρνει τα πόδια της με έναν περίεργο, αλλιώτικο βηματισμό,
αργός χορός θαρρεί κανείς πως είναι.
Μια τραγωδία μοιάζει να πλησιάζει τον ερχομό της.
Ψιθύρισαν τα φύλλα των δέντρων: «Χορός του θανάτου μοιάζει».
Η φύση ανατρίχιασε στο άκουσμά τους,
ξεσηκώθηκαν και τα πεσμένα φύλλα που είχε ρίξει
ο δυνατός αέρας πριν από ώρες.
Κλαίει τώρα η Νύχτα ενώ ένας μαυροντυμένος άντρας την πλησιάζει.
Αλλάζει ξαφνικά η ατμόσφαιρα, έρχεται μια αύρα απαλή,
σαν καλόπιασμα που θέλει την ψυχή να αγγίξει.
Γέρνει το πρόσωπό της τότε η Νύχτα στον σκοτεινό επισκέπτη
σταματώντας τα βήματά της και τον ρωτά:
“Ήρθες πάλι; Γνωρίζω το βλέμμα σου”,
διαπερνά σαν κοφτερό μαχαίρι την πνοή μου.
“Τι θέλεις, θάνατε;
Τι με κοιτάς;
Αλλάζεις μήπως γνώμη;
Τα σκοτεινά σου σχέδια ακολουθείς και ξαγρυπνάς.
Ποια ψυχή πάλι ζητάς να πάρεις;
Φύγε, θάνατε, φύγε πια.
Άφησέ τες, ξέχασε πως υπάρχουν…
Γυναικείο αίμα αποζητάς,
τι κακό έκαναν και θέλεις πάνω στη νιότη τους να τις αρπάξεις;”
“Το ταξίδι μέχρι εδώ ήταν” είπε ο μαυροντυμένος άντρας δυνατά.
Κάνε κουράγιο, Νύχτα, και μη μιλάς.
Οι ψυχές έχουν διαλέξει…
“Ανίκανος, θάνατε, είσαι να αγαπάς, για αυτό σκοτώνεις”
φωνάζει τώρα η Νύχτα και γύρω τα δέντρα λύγισαν μπροστά της.
Τα νυχτοπούλια σώπασαν από το φόβο τους.
Κρύφτηκαν μέσα στα πυκνά κλαδιά των δέντρων,
παρηγοριά θέλουν να βρουν στη μάνα γη,
σαν τα μωρά που ζήτησαν την αγκαλιά της.
Σαν αστραπή έλαμπε το κοφτερό μαχαίρι.
Μοιάζουν τα δέντρα να υποκλίνονται στους πόνους των ανθρώπων…
Πονετικοί οι άνεμοι, μαλακώνουν αυτή τη βραδιά,
δε θέλουν να ξεσηκώσουν άλλο,
να αγγίξουν με ένα αεράκι απαλό μόνο, τρυφερά,
μήπως και προλάβουν το κακό, την πορεία της καρδιάς να αλλάξουν.
“Φύγε, θάνατε” ουρλιάζει η Νύχτα ξανά, “δεν είσαι επιθυμητός εδώ.
Οι ψυχές δεν σου ανήκουν λοιπόν, φύγε, άφησε να ζήσουν.
Μια μάνα ακόμα κλαίει την κόρη της απόψε,
ουρλιάζοντας κι αυτή από το άδικο αίμα το νεανικό,
ίσως ακόμα ένα παιδί, βρέφος στη κούνια μπορεί να είναι,
δεν πρόλαβε το μητρικό γάλα να θηλάσει…
Σκορπάς στο διάβα σου μαυροντυμένες καρδιές που στάζουν αίμα,
πόνο και οργή, μα μην τα βάζεις άλλο με τις γυναίκες, θάνατε”.
Η δύναμη της θηλυκής ψυχής παραδόξως ανεβαίνει,
φτάνει η στιγμή που κρατά του κόσμου τα κλειδιά
και την ιερή Αγάπη ξεκλειδώνει.
Η δύναμή της κρατά τη ζωή, σφίγγει τα χέρια της σαν γροθιές
και πάλι προχωρεί, σηκώνει το βάρος της ζωής κοιτάζοντας μπροστά,
δυναμώνει και αναγεννά τον εαυτό της πάλι.
«Φοβού» τις γυναίκες, άπονε θάνατε.
Μαριάνθη 🌹
Γυναικοκτονίες