“Γιατί δεν έφυγε;”

Γιατί οι συγγνώμες μοιάζουν με σωσίβια σε άνθρωπο που πνίγεται. Γιατί κάποτε αγάπησε. Γιατί κάποτε πίστεψε. Γιατί κάποτε ήλπιζε. Και γιατί κάθε φορά που σκεφτόταν να φύγει, εκείνος φρόντιζε να της θυμίσει πως δεν έχει πού να πάει. Πως κανείς δε θα την πιστέψει. Πως χωρίς εκείνον δεν είναι τίποτα.
Γι’ αυτό έμεινε. Μέχρι που έφυγε οριστικά. Και τότε όλοι αναρωτήθηκαν γιατί δεν έφυγε νωρίτερα. Κανείς δεν αναρωτήθηκε γιατί εκείνος δε σταμάτησε ποτέ. Κανείς δε ρώτησε πότε άρχισε να τη σκοτώνει. Γιατί η αλήθεια είναι πως δεν τη σκότωσε εκείνο το τελευταίο βράδυ. Τη σκότωνε λίγο λίγο, κάθε μέρα. Με μια λέξη. Με μια απειλή. Με έναν έλεγχο. Με μια συγγνώμη. Με μια υπόσχεση.
Μέχρι που έμεινε μόνο ένα σώμα μέσα σε ένα λευκό φέρετρο και ένα παιδί που έκλαιγε από πάνω του, ψιθυρίζοντας τη μοναδική ερώτηση που άξιζε να ακουστεί: «Μαμά… γιατί δεν με πήρες μαζί σου όταν έφυγες;» Και μέσα στην εκκλησία απλώθηκε μια σιωπή τόσο βαριά, που για πρώτη φορά έμοιαζε να ντρέπεται ολόκληρη η κοινωνία.
Έλενα Κορινιώτη