Ιθάκη

Δεν επαψες στιγμή να αποτελείς την προσωπική μου Ιθάκη. Την τόσο γνώριμη εκείνη πατρίδα στην οποία πάντα επέστρεφα μα ποτέ δεν κατοίκησα. Μια αίσθηση νοσταλγική που μου χάιδευε το πρόσωπο κάθε φορά που το χάραμα με έβρισκε αποκαμωμένο σε ένα τιμόνι να παρακολουθώ τα νυσταγμένα φώτα της Εθνικής να σβήνουν ένα – ένα, καθώς πόλεις και ορίζοντες βυθίζονταν σε θάλασσες. Χάνονταν πίσω από κάμπους και βουνά.
Ήσουν πάντα εκείνο το μικρό αγκάθι που σφηνώθηκε στα σωθικά μου μα δε θέλησα ποτέ να αφαιρέσω. Όχι από φόβο μήπως και ανοίξει κάποια παλιά πληγή· όχι από συστολή να μην ξυπνήσω κάποιο συναίσθημα από εκείνα που πάσχισα να κοιμίσω· αλλά γιατί βρισκόταν εκεί να μου θυμίζει από πού ξεκινησα και ποιος είμαι. Ένα σημείο αναφοράς. Ένα αίσθημα ενηλικίωσης που ξυπνάει μέσα μου όταν η ζωή με γονατίζει, και που σαν τραύμα παλιό με πονά όταν αλλάζουν ο καιρός, οι ισορροπίες και οι άνθρωποι…
Λεπτό δε σταμάτησες να γυρίζεις στο μυαλό μου σαν επιλογή. Όποτε η πραγματικότητα γινόταν φορτική, ήσουν εκεί να απαλύνεις τις σκέψεις και να συντροφεύσεις τον ύπνο μου. Ένα κρυφό μονοπάτι. Μια μυστική απόδραση σε έναν κόσμο άλλο, που καμία καθωσπρεπική νόρμα και καμία μορφή ρεαλισμού δεν μπορούν να ακυρώσουν. Ήσουν εκεί, πάντα διαθέσιμη μα πάντα απαγορευμένη, έτοιμη να με πάρεις απ’ το χέρι και να χαθούμε σε ό,τι αφήσαμε στη μέση.
Δεν έπαψες ποτέ να αποτελείς τη διαχωριστική εκείνη γραμμή ανάμεσα στο πριν και το μετά. Μια πολύ προσωπική συχνότητα στην οποία συντονίζομαι όταν παραδομένος στη θύμησή σου μονολογώ όσα δε σου είπα, και μεθάω από την ψευδαίσθηση ότι είσαι εκεί και με ακούς. Τις φορτισμένες στιγμές που οι αναμνήσεις κάμπτουν τις αντιστάσεις και οι αγνότερες αλήθειες αποτυπώνονται αυτούσιες και ακατέργαστες. Τις ώρες εκείνες που εύχομαι να ‘ξερες, πως υπήρξες ο δολοφόνος της αθωότητάς μου, αλλά και η δροσερή πηγή που ξαποσταίνει όταν λυγίζει η διψασμένη μου ψυχή.
Χατζηκυριάκου Παντελής