Πόσο αμφίθυμος είναι ο έρωτας!

Οι μέρες περνάνε.
Τις αφήνεις να περνάνε.
Όπως άφησες και εμένα να σε αφήσω.
Πριν λαλήσει ο πετεινός
τον είχες σφαξει.
Μόνο η φωνή σου ακούστηκε τρεις φορές να με καλεί, λέγοντας το όνομά μου.
Κανείς μέχρι τώρα δεν έχει πει το όνομά μου με τόσο παράπονο,
τόση απελπισία,
τόσο σπαρακτικο τροπο.
Γύρισα και σε κοίταξα (για τελευταία φορά, μόνο που εσύ δεν το ήξερες, ή το ήξερες απολυτα).
Καθόσουν στα σκαλιά περιμένοντας να γυρίσω κοντά σου.
Πόσο αμφίθυμος είναι ο έρωτας! σκέφτηκα.
Με χίλια ζόρια και όση αντοχή μου είχε απομείνει σήκωσα το χέρι μου και σε αποχαιρέτησα
(δεν ξέρω καν αν καταλάβες τι σήμαινε το κούνημα των δαχτύλων μου, αυτών που πριν λίγες μέρες κρατούσες και φίλαγες με τόση τρυφερότητα).
Όχι, δεν ήξερες, ότι έφευγα.
Ή, μάλλον ότι ήτανε… οριστικά, για πάντα!
Και δεν ήξερες ακόμη
ότι ενώ σου έλεγα πως μισώ αυτή τη φράση (“για πάντα”)
στην πράξη
την ακολουθώ
πάντα
κατά γράμμα!
Έβαλα τη μηχανή μπροστά.
Σε κοίταξα για τελευταία φορά,
Θεέ μου!
Καθόσουν ακόμα στα σκαλιά και με περίμενες…
Γύρισα το κεφάλι να μη σε βλέπω -πια-.
Έφυγες κι εσύ μόλις έστριψα.
Φυγαμε και οι δύο.
Χωριστά.
Ελένη Καρβουνάρη