Ενός λεπτού σιγή για όσους φοβήθηκαν τον έρωτα

Θα γυρίσει αλλού τις χαρακιές
Της παλάμης, η Μοίρα, σαν κλειδούχος
Μια στιγμή θα συγκατατεθεί ο Καιρός
Πως αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι
Θα παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Και θα χτυπήσει τον κόσμο η αθωότητα
Με το δριμύ του μαύρου του θανάτου

Οι ανάσες έβγαιναν κοφτές και οι λέξεις λέγονταν μισές. Παραδομένοι και οι δυο στον πυρετό του απαγορευμένου. Συνωμοτικά τα βλέμματα, ένοχα τα χείλη. Οι καρδιές μας, συντονισμένες στον ίδιο τρεμάμενο χτύπο.

Η ώρα περασμένη. Σε λίγο θα ανοίγαμε την πόρτα και θα χανόμασταν ξανά μέσα στο πλήθος του φαίνεσθαι και του καθωσπρεπισμού.

Μια τελευταία αγκαλιά με τα ιδρωμένα μας χέρια και μια ματιά γεμάτη φόβο και ανείπωτες ελπίδες για ένα ευκολότερο αύριο.

Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς και τραγουδώ τ’ άλλα που πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια

Μιλημένα τα σώματα και οι βάρκες που έκρουσαν γλυκά
Οι κιθάρες που αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τα πίστεψέ με και τα μη
Μια στον αέρα, μια στη μουσική

Τι βράδια και αυτά; Βράδια κατατρεγμένα από μια κοινωνία που παραμονεύει στη γωνία για να ξεσπάσει. Που περιμένει μια ευκαιρία για να κατασπαράξει και να λοιδορήσει. Ποτισμένα με απαγορευμένες υποσχέσεις κι ένοχους αναστεναγμούς. Φορτισμένα με “Μη!” και με “Δεν πρέπει!”

Δε μου είπες όμως ποτέ, μικρή μου, το ποιος ορίζει το τι πρέπει και το τι όχι. Δεν πρόλαβες ποτέ να μου εξηγήσεις ποια δύναμη θα φιμώσει τον έρωτα και τα συναισθήματα που προκαλεί. Ποιος νόμος, ποιο μέτρο και ποιος ηθικός φραγμός θα δαμάσει την έλξη και θα την περιορίσει; Ποιο χαλινάρι θα σταθεί εμπόδιο στον προγενέστερο και τον πιο ενστικτώδη τρόπο επικοινωνίας δύο ψυχών και πώς θα την εκλογικεύσει;

Επειδή το αδοκίμαστο καί το απ’ αλλού φερμένο
Δεν τ’ αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μες στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου
Να μιλώ για σένα και για μένα
Είναι νωρίς ακόμη μες στόν κόσμο αυτόν, μ’ ακούς
Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα μ’ ακούς

Οτιδήποτε βγαίνει από την ψυχή, μάτια μου, δεν μπορεί παρά να είναι αληθινό. Και όλα τα μεγάλα πάθη εξιλεώνονται από την αλήθεια τους, από την ορμή και την έντασή τους.

Γιατί, αγάπη μου, τη στιγμή που μιλά η γλώσσα του σώματος, όλες οι υπόλοιπες σιωπούν. Αυτή η ζωώδης επικοινωνία που συντελεί στην πλήρη ταύτιση, στον ορισμό της ανεπιτήδευτης ολοκλήρωσης δύο κορμιών, είναι η μόνη αλήθεια, δεν υπάρχει άλλη.

Αλίμονο σε όσους συμβιβάστηκαν με τους ηθικοκοινωνικούς φραγμούς μιας κοινωνίας γεμάτης όρια και στερεότυπα κι έκαναν πίσω. Αλίμονο σε όσους φοβήθηκαν τις συνέπειες των συναισθημάτων τους και καταδίκασαν τον εαυτό τους να ζει με ένα απωθημένο. Αλίμονο σε όσους υπάκουσαν στα “σωστά” και τα “λάθος” ευθυνόφοβων ανθρώπων κι έντυσαν συνειδητά το βλέμμα τους με τις αποχρώσεις της θλίψης, της νοσταλγίας και της ανικανοποίησης.

Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσα
Με κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μες στ’ άπατα μιαν ηχώ
Να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ
Να σε βλέπω μισή να περνάς στο νερό
Και μισή να σε κλαίω μες στον Παράδεισο.

Γιατί αν υπάρχει ένας επίγειος παράδεισος σε αυτή τη ζωή, αυτός είναι ο αμοιβαίος έρωτας και η άγρια ομορφιά του. Η απόλυτη και η άνευ όρων βίωσή του με όλες τις ανθρώπινες αισθήσεις. Ο έρωτας αυτός που προκαλεί την υπέρβαση των εσκαμμένων και την ακύρωση όλων των συμβατικών αντιλήψεων και των κοινωνικών προτύπων.

Ο έρωτας πρέπει να βιώνεται στο έπακρο και με κάθε τρόπο. Είναι προτιμότερο να πέσεις στη φωτιά για κάτι που αγαπάς, να χαράξεις τις επιλογές σου και τις συνέπειές τους επάνω σου σαν παράσημα, παρά να καίγεσαι μια ζωή για λάθη που φοβήθηκες να κάνεις.

Χατζηκυριάκου Παντελής

* Στίχοι από το Μονόγραμμα του Οδυσσέα Ελύτη.

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *