Η μουσική μας, ένας δρόμος που ενώνει ανθρώπους
Όλα στη ζωή μας είναι δρόμος. Για ορισμένους είναι ίσιος, για ορισμένους άλλους φτιαγμένος με εμπόδια και για κάποιους άλλους με ανηφόρες και κατηφόρες. Ο καθένας επιλεγεί ποιον δρόμο θα πάρει για να βρεθεί πιο κοντά στην Ιθάκη του. Πως μπορούμε να καταλάβουμε όμως ποιος είναι ο ποιο σωστός; Yπάρχει τρόπος, απλά δοκίμασε και τους δυο και αποφάσισε. Ξεκινάμε λοιπόν να αναλύσουμε αυτούς τους δυο δρόμους. Ο πρώτος έχει χάρες , αγάπη , έρωτα, όνειρα και μέλλον και ο δεύτερος έχει λύπες,εμπόδια, κακίες μίσος και έχει γενικά άσχημα γεγονότα. Πάμε να κάνουμε ένα ταξίδι στο χρόνο και να δούμε τους πρωταγωνιστές μας στα εμπόδια της ζωής τους που παρουσιάζονται στους δυο δρόμους.
Ήταν κάποτε δυο παιδιά, ο Ορέστης και η Αλεξάνδρα. Ο Ορέστης μεγαλωμένος στην Αθήνα αλλά με καταγωγή από τη Θεσσαλονίκη. Η Αλεξάνδρα είχε καταγωγή από ένα νησί των Σποράδων. Ο Ορέστης ήταν τελειόφοιτος μουσικών σπουδών και ως τραγουδιστής παίζει μουσική με ένα συγκρότημα που είχε δημιουργήσει στη Θεσσαλονίκη όταν ήταν μικρός. Παίζανε σε διάφορα μαγαζάκια. Ήταν μια παρέα από πέντε άτομα που έπαιζαν όλα τα είδη της μουσικής. Στην πορεία κάνανε περιοδεία σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας και του εξωτερικού και τα πηγαίναν αρκετά καλά. Η Αλεξάνδρα ήταν τελειόφοιτη αγγλικής φιλολογίας με πολλά μεταπτυχιακά στον κλάδο της και καλό βιογραφικό που θα της εξασφάλιζε μια καλή πορεία στο θέμα δουλειάς. Η ζωή και των δυο παιδιών δεν ήταν στρωμένη από ροδοπέταλα, ούτε οι οικογένειες στους ήταν πλούσιες άλλα και οι τέσσερις γονείς ήταν μεροκαματιάρηδες. Παρόλαυτα τα παιδιά τους κατάφεραν να κάνουν τα όνειρα τους πραγματικότητα.
Ήταν λοιπόν ένα απόγευμα, που χαζεύοντας στο διαδίκτυο η Αλεξάνδρα, έπεσε η ματιά της τυχαία σε ένα live της μπάντας του Oρεστη σε μαγαζί της Αθήνας. Ακούγοντας ένα τραγούδι του συγκροτήματος πήρε την απόφαση να πάει να τους δει από κοντά. Πήγε στο μαγαζί και όντως τους άκουσε. Μετά το τέλος του live πήγε να μιλήσει με τον τραγουδιστή και του είπε πως ήταν πολύ καλή η συναυλία τους και απόλαυσε τα τραγούδια τους. Εκείνος την ευχαρίστησε που ήρθε και καθίσαν και άρχισαν να μιλάνε με τις ώρες. Ξημέρωσε και η Αλεξάνδρα έπρεπε να να γυρίσει σπίτι της. Του είπε πως χάρηκε και εκείνος την ρώτησε.
-Πως θα γυρίσεις;
-Θα πάρω ταξί, του απάντησε αμέσως, κολακευμένη όμως από το ενδιαφέρον.
– Αν θες μπορώ να σε πάω εγώ, απάντησε ο Ορέστης φαινομενικά άνετος.
-Ναι ,εντάξει του απάντησε εξίσου άνετα, με την καρδιά της όμως να χτυπά δυνατά.