24 Σεπτεμβρίου 2018
Share

Ταξίδι στο όνειρο

 
Κάποτε έφτιαξα ένα ξύλινο καράβι.
Να ταξιδεύει σε θάλασσες ανοιχτές.
Εκεί που η ατέλειωτη θέα του ορίζοντα
σου γεννά την περιέργεια να γνωρίσεις το άγνωστο.
Μα φύσηξε δυνατός άνεμος
κι έσκισε τα πανιά του.
Και το ταξίδι δεν ξεκίνησε ποτέ.
 
Ύστερα έφτιαξα ένα αερόστατο.
Η ενέργεια που θα έβγαζε η φωτιά,
θα του ‘δινε την ώθηση να σηκωθεί πολύ Ψηλά
και με τη βοήθεια του αέρα
θα ξεκινούσε το ταξίδι του.
Μα έπιασε χειμώνας βαρύς.
Ο δυνατός αέρας έσβησε τη φωτιά
και η φωτιά δεν ξανάναψε ποτέ.
 
Σκέφτηκα να ταξιδέψω με τραίνο.
Μα τα σύγχρονα τρένα,
έχουν χάσει πια τη μαγεία τους.
 
Κι έτσι αποφάσισα, πεζή να ξεκινήσω.
Έχοντας ως συνοδοιπόρους τη Δύναμη και την Ελπίδα.
Μα ήμουν ξυπόλυτη κι ο δρόμος όλο αγκάθια.
Μεγάλα αγκάθια πλήγιαζαν τα πόδια μου
και κάθε λίγο, σταματούσα να τα βγάλω.
 
Όμως ο χρόνος του ταξιδιού μεγάλωνε
και το ταξίδι φαινόταν ατελείωτο.
Είπα να τ’ αγνοήσω και μ’ αυτά να συνεχίσω το ταξίδι μου.
Μα το ταξίδι έγινε κουραστικό.
Πώς να περπατήσω με όλα αυτά τ’ αγκάθια;
Σκέφτηκα να γυρίσω πίσω.
Μα τι νόημα έχει η ζωή χωρίς ταξίδι;
Έτσι αποφάσισα να σταματήσω να τα βγάλω.
Μα είχε πια νυχτώσει
και δεν μπορούσα να τα δω.
 
Και τότε παρατήρησα μια λάμψη
να έρχεται κατά πάνω μου.
Να με πλησιάζει κι ύστερα ν’ απομακρύνεται.
Σα να ‘θελε να την ακολουθήσω.
 
Ήταν μια ακτίνα ήλιου!
 
Ξαφνιάστηκα!
Μια ακτίνα ήλιου μέσα στη νύχτα;
ή θα την αγνοούσα ή θα την ακολουθούσα.
Αν και με φόβιζε
Δεν ξέρω γιατί
Προτίμησα το δεύτερο.
 
Την ακολούθησα!
 
Και ξαφνικά,
βρέθηκα σ’ ένα δρόμο φωτεινό.
Τώρα πια, δε σκεφτόμουν τ’ αγκάθια.
Δεν αισθανόμουν, πλέον πόνο.
Όμως, σαν κάτι να με τραβούσε πίσω, αδυνατώντας να προχωρήσω μπροστά.
Προσπάθησα ν’ αντισταθώ.
 
Και τότε θυμήθηκα τη δυνατή ενέργεια της φωτιάς,
που θα ‘δινε ώθηση στο αερόστατό μου να πετάξει Ψηλά.
Κι έδωσα ώθηση στο κορμί μου να συνεχίσει.
Να προχωρήσει μόνο μπροστά.
 
Και τελικά,
φτάσαμε στον προορισμό μας.
Ο προορισμός ήταν το Όνειρο.
Γι ‘εκεί όπου ξεκίνησα το ταξίδι μου
Μα στην πορεία ξεχάστηκα.
 
Σαν μπήκα μέσα, όλα ζωντάνεψαν!
Ακόμα και τ’ αγκάθια έβγαλαν χέρια και πόδια
κι ένα ένα, άρχισαν να πηδούν έξω από τα πόδια μου.
Οι πληγές έκλεισαν
Και τα πόδια μου, ζωντάνεψαν κι αυτά.
Έβγαλαν χείλια και τα δύο και σχημάτισαν το καθένα τους
από ένα μεγάλο χαμόγελο.
Τώρα πια δεν περπατούσαν.
Μόνο χόρευαν!
 
Μακάρι να είχα συναντήσει αυτήν την ακτίνα πιο νωρίς στο δρόμο μου!
 
Και τώρα που το σκέφτομαι,
την είχα ξαναβρεί μπροστά μου.
Μα ήτανε μέρα και ήταν μπλεγμένη ανάμεσα στις άλλες.
Ξεχώριζε, όμως, το δυνατό της φως.
Αλλά που να δώσει κανείς σημασία με τέτοιο πόνο;
 
Τόσα πολλά αγκάθια…
Τόσες πολλές πληγές…
 
Ξαφνικά,
τα πόδια μου σταμάτησαν να χορεύουν κι άρχισαν να βαδίζουν.
 
-Δε θέλω να ξαναγυρίσω στο σκοτάδι, φώναξα.
 
Και τότε, ένα άγγιγμα αισθάνθηκα.
Σαν κάποιος να με ακουμπά στον ώμο.
Γύρισα να δω ποιος ήταν.
 
Ήταν ο Πόνος!
 
Αμέσως κοίταξα τα πόδια μου και πρόσεξα πως ένα αγκάθι,
το πιο μεγάλο
Αυτό που είχε προκαλέσει τη μεγαλύτερη πληγή,
ήταν εκεί!
 
Κι όπως ο δυνατός αέρας έσκισε τα πανιά του καραβιού μου,
έτσι κι εγώ, έσκισα το δέρμα μου και το πέταξα έξω.
Το πέταξα μακριά, πολύ μακριά
Στο σκοτάδι!
Εκεί που δεν υπήρχε φως να δει το δρόμο για να γυρίσει.
 
Με μιας,
το βαρύ άγγιγμα του πόνου στον ώμο,
έγινε χάδι.
Κοίταξα το πρόσωπό του που μου έγνεφε καταφατικά,
χαμογελώντας μου.
 
Ύστερα μ’ εγκατέλειψε.
 
Εγώ είχα φτάσει, πλέον στο Όνειρο!
 
Ελίνα Δερμιτζόγλου

About Ελίνα Δερμιτζόγλου

Μπορεί επίσης να σας αρέσει