Το μαχαίρι

Γεύμα μοναχικό, σε νύχτα με πανσέληνο. Ένα μαχαίρι κείτεται πάνω στο τραπέζι αχρησιμοποίητο. Δεν έχω δύναμη να κόψω τις εμμονές, τις ενοχές μου, τις σκέψεις μου. Τι υπαρκτό είναι το μαχαίρι, τι φανταστικό, δεν κάνει δουλειά.

            Απορώ αν κάτι μπορεί να ξεχαστεί έστω και μετά από πολλά χρόνια. Να πεταχτεί στον Καιάδα, βρε αδερφέ, και να πάει στον διάολο. Ό,τι θυμάσαι ακόμη και σε πιάνει σφίξιμο στην καρδούλα σου… σε πονάει. Τι κι αν πέρασαν δέκα χρόνια, κανένα μαχαίρι δε θα σου κόψει τον πόνο – την ήττα σου… Έχασες το εγώ σου, μικρέ – κι αυτή η απώλεια όσο κι αν σε εξέλιξε σου κάνει ακόμη χαρακίρι. Και ξέρεις ποιο είναι το θέμα; Μόνος σου ξεκίνησες την κατάσταση αυτή, από την αρχή εσύ είχε το μαχαίρι και αυτομαχαιρωνόσουν. Φοβάσαι όμως να πετάξεις το μαχαίρι, γουστάρεις να πονάς να αυτοταπεινώνεσαι.

            Είναι επίπονο να ξεριζώσεις κάποιον από μέσα σου αλλά μόνο αυτό θα σε ωριμάσει – ειδάλλως σε κάθε σου βήμα θα αφήνεις και μια σταγόνα αίματος. Ο Έρωτας χρειάζεται ακαριαίο θάνατο, όπως ξεκίνησε λαμπρά έτσι με μιας να πεθάνει.  Και τι μένει μετά τον Έρωτα; Συντρίμμια θα μου πεις, μια τσακισμένη ψυχολογία, ένα νευρικό σύστημα εξουθενωμένο… Πάντως δεν έχεις πια κανένα μαχαίρι στην κατοχή σου, αυτό είναι το μόνο σίγουρο. 

Ιωάννης Χρυσόστομος Παπουδάρης

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *