Στο τέλος κάθε ονείρου

Το τρένο μόλις έφυγε απ’ το σταθμό του.
Μένεις εκεί να το κοιτάζεις
να το αποχαιρετάς,
Κουνώντας από μακριά
το μαύρο σου μαντήλι
για να προβάλλεις το πένθος σου.

Το δυνατό του σφύριγμα
σαν βόμβα που εξερράγη στην ψυχή σου
κι άφησε μόνο στάχτη.
Το τσιριχτό της ράγας,
ένα συνονθύλευμα συναισθημάτων.

Περνάς σαν επιβάτης του μαζί του
σε μια άλλη διάσταση.
Σ’ εκείνο το λιμάνι.
Το δικό σου και γνώριμο λιμάνι
με τη μυρωδιά της θάλασσας
να σε ξυπνάει
απ’ το νανούρισμα του ταξιδιού.
Το ζεστό ήλιο,
να χρωματίζει το μελανό σου δέρμα
και το καυτό αεράκι
να φυσάει πνοή
στο αδύναμο κορμί σου.

Πόσα δυνατά όνειρα
θυσιάσαμε
στο βωμό ενός άγνωστου ονείρου;
Πόσα καλοκαιρινά αστέρια
μείνανε πίσω
να παρακαλούν, γονατιστά,
το γυρισμό σου;

Πόσα φεγγάρια
προσπάθησες να σβήσεις
κι όμως δε σβήνουν;

Ποια νύχτα θα σε πάρει μαζί της
στο ταξίδι της;
Σ’ εκείνους τους δρόμους,
στις μικρές ανηφορικές γειτονιές;

Ποιο όνειρο
θα σε κάνει συνεπιβάτη
στο δικό του τρένο;

Ποια νύχτα θα σε πάρει μαζί της;
Να μυρίσεις ξανά,
το γιασεμί της άνοιξης;

Το τρένο ξεκίνησε απ’ το σταθμό του
κι εσύ, μαζί του, επιστρέφεις,
σ’ εκείνα τα σοκάκια
κάποιο καλοκαιρινό μεσημέρι
που όλα άνθιζαν σαν να ήταν άνοιξη
σαν να μην ήξερε
πως το περίμενε ο χειμώνας.

Πόσες εικόνες;
Πόσα αθώα παιδικά χαμόγελα
και πόσα εφηβικά δάκρυα
θα μείνουν, για πάντα,
χαραγμένα στην ψυχή σου;
Θ’ ανάβουν τα κεριά τους
για να ζεστάνουν τους χειμώνες της;

Κι εσύ,
θα λησμονείς την ύπαρξή τους
μη γίνει η ύπαρξή τους νοσταλγία
και χειμωνιάσει
τα μακρινά σου καλοκαίρια
που θερμαίνουν με τον ήλιο τους
τους τωρινούς χειμώνες.

Μα σαν χαράξουν γέλιο και δάκρυ
την ψυχή σου,
οι πληγές τους,
δεν κλείνουν ποτέ.
Μένουν εκεί να ματώνουν,
σε κάθε σου επιθυμία να τις συντηρήσεις
μην κλείσουν
κι αφυδατώσουν το κορμί σου.

Θυμάσαι εκείνη την αμμουδιά
που χτίζαμε πολλά κάστρα
το ένα δίπλα στο άλλο;
Έπειτα τα γκρεμίζαμε
και πανηγυρίζαμε
γύρω απ’ τα ερείπιά τους
για το μικρό μας κατόρθωμα.

Θέλεις ν’ ακούσεις μια αλήθεια;

Τα κάστρα δεν γκρεμίστηκαν ποτέ.
Έσβησε μόνο το νερό της θάλασσας.
Τα μικρά δρομάκια
που είχαμε χαράξει
με τα παιδικά μας δάχτυλα,
ανάμεσά τους.
Μα τα κάστρα βρίσκονται ακόμα εκεί
να μας περιμένουν
να χαράξουμε καινούριους δρόμους.

Θυμάσαι εκείνη τη μικρή φουσκωτή βάρκα
που μας έκανε να νιώθουμε καπετάνιοι
ενός μεγάλου πλοίου
που ταξίδευε από νησί σε νησί
και αντάλλαζε χαμόγελα
με τους κατοίκους τους;

Θυμάσαι;

Τι τα θυμάσαι;

Μάτωσαν πάλι οι πληγές.
Χάραξαν καινούριες εικόνες στους τοίχους.
Να μην μπορεί να τις σβήσει
η υγρασία του σπιτιού σου.

Να τις κοιτάζεις κάθε ξημέρωμα

το τέλος κάθε ονείρου.

Ελίνα Δερμιτζόγλου

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *