Δύο «ναι» και ένα «όχι»

Και τώρα τι; Φύγανε όλοι. Ακόμη βουίζουν τ’ αυτιά μου από τα λόγια συγγενών και φίλων. “Ήταν πολύ καλός.” “Σε αγαπούσε πολύ.” “Ζήσατε πολύ όμορφα χρόνια μαζί.” “Να είσαι γερή, να ζήσεις και να τον θυμάσαι.”

Εμένα όμως δε μπορούσε να με γεμίσει τίποτα από αυτά. Αισθανόμουν προδομένη από αυτόν. Με θολωμένα τα μάτια από τα πολλά δάκρυα, πήρα ένα στυλό, έκατσα στη “γωνίτσα” μας και άρχισα να γράφω αυτά που δεν μπόρεσα να του πω λίγο πριν φύγει.

«Έφτασε η ώρα Μιχάλη μου. Τώρα που πια δεν είσαι κοντά μου θα σε αποχαιρετήσω με το δικό μας τρόπο. Έτσι όπως ξεκίνησε η ιστορία μας, έτσι και θα τελειώσει. Με ένα γράμμα.  Περάσαμε όμορφα χρόνια, καλέ μου. Η ζωή μου δίπλα σου ήταν όμορφη. Τήρησες όλες σου τις υποσχέσεις εκτός από μια. Την τελευταία. Με πρόδωσες Μιχάλη! Κι όμως χωρίσαμε… Μα θα ‘ρθω να σε συναντήσω γι’ αυτό δε θα σου πω αντίο, αλλά εις το επανιδείν.

Καλή αντάμωση

Η Στέλλα σου.»

Αυτό ήταν το τελευταίο γράμμα της Στέλλας στο Μιχάλη, τον οποίο πριν λίγες μέρες είχαν συνοδέψει στην τελευταία του κατοικία.

Ο Μιχάλης και η Στέλλα γνωρίστηκαν μέσω κοινών γνωστών, κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 50. Η κολλητή της Στέλλας ήταν αρραβωνιασμένη με τον καλύτερο φίλο του Μιχάλη, τον Γιώργο και μέσω αυτών γνωρίστηκαν οι δύο νέοι. Συναντήθηκαν για πρώτη φορά σ’ ένα μαγαζί στη Ροτόντα και από τότε άρχισαν να έχουν δεσμό.

Οι εποχές ήταν δύσκολες και οι οικογένειές τους αυστηρές, όπως άλλωστε όλες οι οικογένειες της εποχής εκείνης. Έτσι οι δύο νέοι επικοινωνούσαν με γράμματα. Ο καιρός κυλούσε όμορφα, μέχρι που ο Μιχάλης, ο οποίος ήταν στρατιωτικός, πήρε μετάθεση για τη Λιβαδειά. Η απόσταση μεγάλη, όμως τα γράμματά τους γίνονταν ολοένα και περισσότερα. Έπρεπε να βρουν ένα συνθηματικό, έτσι ώστε οι γονείς τους να μην καταλάβουν τι έγραφαν στα γράμματα. Το βρήκαν λοιπόν και οι δυο τους συμφώνησαν στο συνθηματικό « δύο ναι και ένα όχι».

– Μιχάλη με αγαπάς;
– Ναι.
– Με αγαπάς πολύ;
– Ναι.
– Θα χωρίσουμε ποτέ;
– Όχι.

Σε όλη την κοινή τους πορεία, ο Μιχάλης και η Στέλλα αγαπιόντουσαν πολύ και δεν αποχωριζόταν ο ένας τον άλλον. Τηρώντας μ’ αυτόν τον τρόπο τις τρεις υποσχέσεις που είχαν δώσει ο ένας στον άλλον για πολλά χρόνια. Μα η ζωή είχε άλλα σχέδια γι’ αυτούς. Ο θάνατος ήταν αυτός που πρόλαβε να τους χωρίσει και αυτός που κατάφερε να ακυρώσει στο τέλος την τρίτη υπόσχεση. Κάνοντας τη Στέλλα να νιώθει προδομένη, αφού στα δικά της μάτια ο Μιχάλης φάνταζε να είχε αθετήσει τελικά την υπόσχεσή του.

Μία μέρα αφότου η Στέλλα ετοίμασε το τελευταίο τους γράμμα, κλαμμένη το φίλησε και το τοποθέτησε στο κουτί, όπου χρόνια ολόκληρα κρατούσε όλη τους την αλληλογραφία. Έτσι μαζί με το κουτί των αναμνήσεων, έκλεισε κι ο κύκλος μιας μεγάλης αγάπης.

Ελισάβετ Ηλιούδη

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *