Οι αταίριαστοι

Βρήκε και εκείνη κάποιον να ερωτευτεί! Ήταν αυτό που λέμε «μπαμ και κάτω». Σε ένα γάμο έγινε η όλη κατάσταση. Αυτή φίλη της νύφης, αυτός ξάδερφος του γαμπρού. Εκείνος άντρας της νύχτας, αλήτης με την καλή έννοια. Η δουλειά του νυχτερινή, μέσα στα μπουζούκια. Εκείνη πάλι χωμένη στα βιβλία της και στη βιβλιοθήκη της, με τα μαλλιά της πάντα πιασμένα κότσο με ένα μολύβι. Εκείνος μαθημένος στις αιθέριες υπάρξεις της πίστας, εκείνη σε αιθέρια έλαια για να χαλαρώνει. 
 
Αυτός φοβόταν πως με τη βιβλιοφάγο θα έπεφτε στο τριπάκι να νοικοκυρευτεί. Αυτή από την άλλη, πώς να αλλάξει τον εαυτό της σε κάτι πιο προκλητικό. Ήταν ωραίες οι άτιμες, εκείνες που έριχνε γαρύφαλλα στα πόδια τους. Το έφεραν από εδώ, το έφεραν από εκεί, μα η κατάληξη ήταν η ίδια. Αυτή με το πιάνο και τα γαλλικά της, αυτός με τα «σε» και τα «με» του. 
 
Εκείνος δεν ήθελε να αλλάξει τις συνήθειές του. Δεν ήθελε να δεσμευτεί. Ήταν αυτό που λέει το γνωστό άσμα «θα ζήσω ελεύθερο πουλί». Εκείνη από την άλλη είχε ανάγκη από έναν σύντροφο. Άρα, έληξε άδοξα ο έρωτας πριν καν αρχίσει. Εκείνος αθεράπευτα αδέσμευτος, εκείνη αθεράπευτα ρομαντική. Μια μέση κατάσταση δεν κατάφεραν να βρούνε. Εκείνος δεν ήθελε να της πει πως δεν ήθελε κάτι παραπάνω από μία ελεύθερη σχέση. Εκείνη η φουκαριάρα, έπλεκε όνειρα με ροζ συννεφάκια. 
 
Η αλήθεια όμως δεν άργησε να φανεί. Και είχε το όνομα «Ρόζα». Μια ψηλή, κοκκινομάλλα με βλέμμα όλο ναζί. Έτυχε να τους δει μαζί στο καμπριολέ. Η Ρόζα είχε το χέρι της στον ώμο του και με το έντονο κραγιόν της σκορπούσε φιλιά στο λαιμό του. Το χτύπημα ήταν ξαφνικό, μα κατάφερε η δικιά μας να κρατήσει την ψυχραιμία της. Γύρισε με θλίψη στην άχρωμη φωλιά της και κοίταξε τον εαυτό της στον καθρέφτη. Κάπου θυμήθηκε πως είχε ένα κόκκινο κραγιόν παραχωμένο. Το βρήκε και άρχισε να βάφει τα χείλη της. «Δε θα το βάλω κάτω», σκέφτηκε. Αν και κατάλαβε πως τελικά τα ετερώνυμα δεν έλκονται.
 
Όπου μάθει κανείς…
 
Εύη Π. Γουργιώτη

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *