Γράμματα στη Θεά ΑΘηνά – Ν

Η θύμισή σου είναι φάρμακο. Άλλοτε πάλι φαρμάκι

Να’ μαι… πάλι εδώ. Μόνος μου. Στο διαμέρισμα που ήρθα εξαιτίας σου, να αναρωτιέμαι γιατί δεν είσαι εδώ. Ξέρω πως γέμισες το κρεβάτι σου, μα η καρδιά σου είναι άλλο, κι η ψυχή σου είναι αλλού κι αυτό δεν αλλάζει. Νύχτωσε έξω και επικρατεί πάλι σιωπή, τη σπάω με το άνοιγμα μιας μπύρας που ακούγεται σαν κρότος στο τίποτα. Δεν είσαι εδώ και μου τη δίνει, να παραπονεθείς για το πόσο μπέμπης είμαι και να σου απαντήσω ότι για σένα είμαι. Ναι, το έκανες κάθε μέρα αυτό, το λάτρευα! Μα μου λείπει όλο αυτό, η τάση σου να δημιουργείς προβλήματα και εγώ να βρίσκω με ευκολία λύσεις και ενίοτε ακριβώς το αντίθετο.

Αυτή η απλότητα μου λέιπει, να σηκώσω το τηλέφωνο και να σ’ακούσω. Να μπορώ να σου στείλω κάτι αστείο που ξέρω πως θα γελάσεις. Δεν μπορώ και καταριέμαι τις αρχές μου, τους κανόνες μου που ποτέ δε σπάω, ούτε καν για χάρη σου. Άραγε, θα το μετανιώσω κάποια μέρα;

Πάει πολύς καιρός που δε συζητήσαμε για κάποιο ταξίδι μας, που δε σε είπα ότι θέλω να πάρουμε το τάδε αμάξι αφού στα πλάνα μου ήθελα να έχεις το μικρό κάμπριο που ήθελες. Άνοιξα την τέταρτη μπύρα και κατέβασα με μιας σχεδόν τη μισή… γαμημένη σιωπή! Η μουσική που παίζει στο background εξάλλου δε μετράει. Στη ζωή μου πάντα έπαιζε πίσω μουσική. Το θέμα είναι τι είδους. Έκλεισα τα μάτια. Είσαι πάλι εκεί. Δεν κάθεσαι μαζί μου στον γκρι καναπέ μας, ούτε πίνεις μπύρα και εσύ. Αλλά μου χαμογελάς και μ’αρέσει που σε βλέπω να είσαι εδώ. Πότε πότε η θύμισή σου είναι φάρμακο. Άλλοτε πάλι φαρμάκι.

Δεν ξέρω γιατί πίνω τόσο. Δεν μεθάω ποτέ και ούτε εθίζομαι, αλλά αφού πίνω τόσο που προσπαθώ να το κρύβω απ’ όλους, τότε ναι, είναι πολύ. Ναι, ξέρω, αν με’ βλεπες θα μου λεγες ότι δεν προσέχω τον εαυτό μου όπως σου υποσχέθηκα όταν έφυγες. Αλλά δεν είναι αυτό που θέλω να κάνω τώρα. Δεν πίνω για σένα, πίνω για αυτό που έγινα χωρίς εσένα. Λυπάμαι γι’ αυτό που χάθηκε. Που έκλεισε για να καταλήξουμε να έρθουν δίπλα μας χλιαρά άτομα χωρίς βλέψεις, ελπίδες, όνειρα και διάθεση για έρωτα!

Άνοιξα τα μάτια και είδα πως είναι ακόμη νύχτα. Η μπύρα είχε τελειώσει και έβαλα λίγο ουίσκι με πάγο. Στάθηκα στην μπαλκονόπορτα κοιτάζοντας το φεγγάρι. Χαμογέλασα πλατιά σαν να ένιωσα πως το κοίταζες και εσύ την ίδια στιγμή.

Δημήτρης Γιάννης Μποζαμπαλίδης

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *