Ανθρώπων ρεβεγιόν

Τον προίκισε η ζωή με τις χάρες όλες! Και νέος ήταν, και ωραίος και γοητευτικός! Του κληροδότησε όμως ένα ελάττωμα, τον προίκισε με περισσότερο συναίσθημα, τον στιγμάτισε με το “αμάρτημα” της βαθύτερης σκέψης. Παραμονή ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ ήταν! Έκανε όλα τα πρεπούμενα, όπως η καρδιά και η λογική του υπαγόρευαν. Πήρε και δώρα για την παρέα όλη, στόλισε το δρόμο του με χαμόγελα, άφησε όλο το φως της χαρμόσυνης βραδιάς να λούσει την ψυχή του! Ευχές καρδιάς εξέφραζε με πλατύ χαμόγελο, χαρούμενους επιθυμούσε να τους βλέπει όλους!

Πώς ξαφνικά ένιωσε μόνος του με τόσο κόσμο γύρω του! Αποστροφή του έφεραν τα υποκριτικά χαμόγελα, οι επίπλαστες συμπεριφορές. Το περιχαρακωμένο ΕΓΩ γύρω του συγκρουόταν με τη δική του ιδιοσυγκρασία, με την ταπεινότητα των αισθημάτων του, με τη χαρμοσύνη που αυθόρμητα ανάβλυζε από μέσα του! Ξένος ανάμεσα σε δικούς του ανθρώπους ένιωσε, φίλους κάποτε τους αποκαλούσε, έναν κόσμο που ως τότε δικό του τον θεωρούσε! Αισθάνθηκε μικρός για “τέτοια μεγαλεία”. Αποχώρησε για να μη νιώσει μικρότερος στου εαυτού του τον καθρέφτη. Βρέθηκε στο δρόμο συντροφιά με τις αρχές και τη φουρτουνιασμένη του συνείδηση! Ποτέ δεν έμαθε αν το αναζήτησε κανείς αυτό το βράδυ. Ήταν όλοι πολύ απασχολημένοι με την υπεραξία τους.

Ακολούθησε την πρώτη αμιδρώς φωτισμένη παρακαμπτήριο. Επιθυμούσε με το σκοτάδι να σβήσει τις εικόνες της “κοσμικής υπεροχής” στην οποία πριν λίγο συμμετείχε, μα χωρίς να καταλάβει πώς, επαναστάτησε η ανοχή του, ξεθώριασε η εικόνα της ζωής, ξύπνησε η δική του παράτερη εικόνα στο πολύ γνώριμο σύνολο αυτής της ξεχωριστής βραδιάς! Γνώριμη ήταν και η εικόνα που τον υποδέχθηκε στο μισοσκόταδο. Όλοι αυτό το βράδυ γιόρταζαν, ο καθένας για το δικό του λόγο, για το δικό του σκοπό, για τις δικές του ανάγκες! Η ματιά ενός αγοραίου έρωτα προκλητικά τον προσκαλούσε. Πλησίασε αδιάφορα, κοίταξε κατάματα την ψυχή της, μα είδε της Βηθλεέμ τη φάτνη μέσα της φωταγωγημένη.

Έτρεμε από το κρύο το κορμί της, η ψυχή της από ανασφάλεια, θολά τα μάτια της, προσποιητό το χαμόγελό της, και της καρδιάς ο φόβος, με περίσσιο μακιγιάζ στο πρόσωπό της ήταν καλυμμένος! Με το δάχτυλό του της έκανε το σήμα της σιωπής. Με το μπουφάν του σκέπασε την προκλητική της γύμια. Λέξη δεν αντάλλαξαν, μα η σιωπή εκείνη ζέστανε την καρδιά της, σταθεροποίησε τους παλμούς της, δεν τόλμησε το ψεύτικο χαμόγελο της αυθάδειας εκ νέου να προβάλει, και η συστολή έγινε το νέο ένδυμά της. Σαν άκουσε με κατανόηση να της ψιθυρίζει, όσα κάνεις ποτέ δεν τόλμησε από εκείνη να ζητήσει, ένα δάκρυ κύλησε και αυλάκωσε το παχύ μέικ-απ, που σκέπαζαν των χρόνων τις ρυτίδες!

Σταμάτησε να τρέμει, όχι τόσο από το κρύο, μα κυρίως από την παγωνιά της ζήσης και των άσχημων εμπειριών της. Ζεστάθηκε η ψυχή της. Ηρέμησε το πρόσωπό της, το χαμόγελο βρήκε τη σωστή του θέση. Και σαν επιβεβαιώθηκε πως δεν ήταν της μοίρας της παιχνίδι τούτο το αντάμωμα, τόλμησε να ακουμπήσει το κεφάλι της στο στέρνο του και ρώτησε δειλά: “Λένε πως απόψε Χριστός γεννιέται, μάλλον αλήθεια θα ‘ναι !” Νοστιμότερο “βρώμικο” από την καντίνα της γωνίας δεν είχαν δοκιμάσει. Αλλά ούτε πιο ανθρώπινο, ήρεμο, γαλήνιο βεβεγιόν είχαν κάνει! “Καλά Χριστούγεννα “αντάλλαξαν με χείλη και καρδιά, και ο καθένας συνέχισε τον προορισμό του, ανάλαφροι από της ζωής τα βάρη, του καθωσπρεπισμού τον κόσμο, την υποκρισία που τη ζωή σκοτώνει!

Βαγγέλης Γιάννος

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *