27 Σεπτεμβρίου 2025
Share

Ο κύριος Ατσαλάκωτος: μέρος 2ο

Φρενάρει απότομα μπροστά από το σπίτι της. Η μουσική στη διαπασών, η Evanesence διέλυε κάθε αντίσταση. Το πρόσωπο κατακόκκινο. Καιγόταν. Το αίμα του κόχλαζε μέσα του. Οι πάγοι είχαν σπάσει. Η καρδιά του χτυπούσε: «Bid my blood to run», μπροστά και πίσω ξανά και ξανά, το ίδιο τραγούδι: «My spirit sleeping somewhere cold until you find it there and lead it back home». Τράβηξε με δύναμη το πουκάμισό του. Έσπασαν τα πάνω κουμπιά που πάντα τα είχε καλά κουμπωμένα. Ελευθερώθηκε ο λαιμός, το τσάκρα της έκφρασης. Ό,τι με τόση επιμέλεια έθαβε μέσα του τόσα χρόνια, όσα είχε ξεχάσει, όσα δε γνώριζε, τώρα έγιναν λάβα που ζητούσε απεγνωσμένα να ξεσπάσει.

Κλείνει τη μουσική. Βγαίνει έξω με γρήγορες κινήσεις. Ακόμα οι στίχοι έπαιζαν στο κεφάλι του: «Wake me up inside, call my name and save me from the dark»… «Bid my blood to run»!

Η πόρτα της πολυκατοικίας ήταν ανοιχτή. Φτάνει μπροστά στο ασανσέρ. Δεν άντεχε ούτε αυτό να περιμένει πλέον.

Είναι, τελικά, η στιγμή ή ο άνθρωπος που μας το βγάζει αυτό; Η έμπνευση.

Άρχισε να ανεβαίνει δύο δύο τα σκαλιά. Μέτρησε 6 ορόφους. Της άρεσε να βλέπει τον κόσμο από ψηλά τού έλεγε. Φτάνει μπροστά στην πόρτα της. Το χέρι του μουδιάζει. Το στομάχι του κόμπος. Πάει να χτυπήσει το κουδούνι αλλά προλαβαίνει να του ανοίξει εκείνη. Το χέρι του έμεινε μετέωρο όπως και ο κος Ατσαλάκωτος, απλά Φίλιππος, πλέον.

– «Ήξερα ότι ήσουν εδώ»

– «Με άκουσες;»

– «Το ένιωσα».

Δεν είπαν τίποτα. Έπεσε στην αγκαλιά της σα μικρό παιδί. Κόλλησε πάνω της σα ναυαγός. Άνοιξε την αγκαλιά της. Και εκείνος την έσφιξε με τέτοια δύναμη, αχόρταγη, που τους έκοψε την ανάσα. Από τα χάδια της έμαθε πόσο διψασμένος ήταν.

Είναι η δύναμη του αμοιβαίου. Ούτε στρατηγική, ούτε κόλπα, ούτε κρυμμένα χαρτιά. Μόνο δύο άνθρωποι που επιθυμούσαν ο ένας τον άλλο. Όλη η ενέργεια να διοχετεύεται στη στιγμή που παγώνει το χρόνο και φουντώνει τις καρδιές. Συμβατότητα. Συνειδητοποίηση. Ένας άνδρας και μια γυναίκα. Όχι ένα αγόρι και ένα κορίτσι.

Δεν είχε μάθει να αφήνεται. Δεν είχε μάθει να απολαμβάνει. Ήταν για τους άλλους και όχι για τον εαυτό του. Είχε τόσο συνηθίσει στη μάσκα του που είχε ξεχάσει πώς είναι να νιώθει. Πώς είναι να σε αγαπάνε. Δεν τον φώναζαν άδικα «κο Ατσαλάκωτο» πλέον, μόνο «Φίλιππο». Τον είχαν φορτώσει με τόσες ταμπέλες που δεν είχε καταλάβει ότι βάραιναν την ψυχή του. Το καλό παιδί, το ήρεμο, που ήταν εκεί για όλους. Μέχρι που ήλθε εκείνη…

Το ξημέρωμα τους βρήκε αγκαλιά. Για πάντα να κρατούσε αυτή η στιγμή, ο Φίλιππος θα έμενε παραδομένος στην αγκαλιά και τα χάδια της, να απορροφάει ό,τι είχε στερηθεί τόσα χρόνια. Από το ανοιχτό παράθυρο, το πορτοκαλί του ουρανού, οι πρώτες αχτίνες του ήλιου έπεφταν πάνω τους τη στιγμή που η καρδιά του ακόμα τραγουδούσε τους στίχους που όλο το βράδυ ήταν στο κεφάλι του…

I feel so alive
Leave my troubles far behind
Gonna rock the night
Takin’ every chance I find

I want this night to last forever

«Το ξημέρωμα είναι η πιο σημαντική στιγμή της ημέρας. Είναι το πρώτο φως μετά το απόλυτο σκοτάδι. Είναι η ησυχία που αφήνει τις ανάσες και τις καρδιές να ακούγονται», του ψιθύρισε στο αυτί.

Εκείνος δε μίλησε. Αφέθηκε, όπως και εκείνη…

Πίσω στη γωνία, η δική της μάσκα, της Ατσαλάκωτης, γινόταν κομμάτια.

to be continued

Your love is like no other
I want when we’re together

You make me feel ( you make me feel )
You make me feel ( you make me feel )
You make me feel ( you make me feel )
You make me feel stronger

Άννα Μουσογιάννη

*Το πρώτο μέρος της ιστορίας εδώ: Ο κύριος Ατσαλάκωτος – Μεταξύ μας

About Άννα Μουσογιαννη

Αγαπώ το διάβασμα, τη μουσική, τη γυμναστική και να γράφω... Αυτά!

Μπορεί επίσης να σας αρέσει