7 Δεκεμβρίου 2025
Share

Σε έζησα. Σε αφήνω.

Καμιά φορά πιάνω τον εαυτό μου να περιπλανιέται σε σενάρια που δεν έχουν συμβεί, να στήνει νοερά την επόμενη συνάντησή μας σαν θεατρικό σκηνικό που τρίζει από το άγχος. Και ξέρεις, αυτή η σκέψη και μόνο γεννά ένα μικρό κρότο στο κεφάλι· σαν μια πόρτα που κλείνει απότομα, κι εγώ δεν είμαι σίγουρος αν είναι ο άνεμος ή ο άναρχος χτύπος της καρδιάς μου που ξεκουρδίζεται κάθε φορά που ακούει το όνομά σου.
Γνωρίζεις καλύτερα από όλους πως αυτή η συνάντηση δε θα μοιάζει σε τίποτα με τις παλιές μας. Δε θα μυρίζει το γνώριμο άρωμα του δέρματός σου, δε θα έχει χέρια που σμίγουν χωρίς δεύτερη σκέψη. Μάλλον μόνο δυο – τρεις αβέβαιες ματιές — αυτές οι μικρές, ξαφνικές ξιφολόγχες ανάμεσα σε δυο ανθρώπους που κάποτε ήξεραν να μιλούν χωρίς λέξεις. Κι έπειτα τέσσερα – πέντε παγωμένα βλέμματα να γλιστρούν τυχαία, σαν να παραπατούν πάνω στις προσπάθειές μας να φαινόμαστε άνετοι, φυσικοί, άθικτοι μετά από όσα έγιναν…
Θα είσαι μαζί του, κρατώντας το μπράτσο του σαν ασπίδα, σαν επιβεβαίωση πως προχώρησες, πως εγώ έμεινα πίσω. Ίσως φορέσεις το πιο ήρεμο χαμόγελο — αυτό που ξέρω τόσο καλά — το χαμόγελο – λεπίδα που κόβει χωρίς φωνή, που πληγώνει αργά, αναίμακτα, σαν τιμωρία που δεν κατονομάζεται. Και μπορεί να σταθείς λίγο πιο κοντά του απ’ όσο χρειάζεται, ίσα για να σας δω. Για να νιώσω. Για να ξαναθυμηθώ πως υπάρχω μόνο στις ρωγμές σου. Και θα το καταλάβω, μην αμφιβάλλεις — διαβάζοντας κάθε κίνησή σου όπως παλιά, θα ξεχωρίσω πίσω από την ψυχραιμία σου εκείνο το γνώριμο σφίξιμο στο σαγόνι, τη μικρή, σχεδόν αόρατη παύση πριν γελάσεις. Ίσως να μιλήσεις για πράγματα που κάποτε μοιραστήκαμε σαν να μην είχαν ποτέ σχέση με εμάς· σαν να ανήκαν ανέκαθεν σε έναν άλλον κόσμο, λίγο πιο φιλόξενο για τον έρωτά μας… ή μήπως για τον έρωτά μου;
Κι εκείνος θα σε κρατάει από τη μέση σαν τρόπαιο — μια λάμψη νίκης που θέλει να επιδείξει. Άραγε, βαθιά μέσα του να ξέρει πως δεν ήταν πρώτο βραβείο αλλά παρηγοριά; Μια δεύτερη προσπάθεια σε έναν αγώνα που κανείς μας δεν τελείωσε σωστά;
Όσο για μένα — εγώ θα είμαι κάπως σιωπηλός μέσα μου, γεμάτος με συναισθήματα που δε χωράνε σε λέξεις. Λέξεις που όταν έπρεπε δεν ειπώθηκαν ποτέ· και τώρα, έτσι κι αποπειραθώ να τις ξεβράσω, θα ακουστούν σαν κρότοι από πιστόλι άσφαιρο που κανέναν δεν πρόκειται να τραυματίσει — εκτός από εμένα.
Θα πονάω, αλλά με έναν πόνο καθαρό, σχεδόν τρυφερό. Όχι σαν πληγή· μα σαν σημάδι — εκείνο το λευκό, λεπτό ίχνος στο δέρμα που θυμίζει πως κάποτε το άγγιξε η φωτιά.
Κι αν ποτέ ξαναβρεθούμε — όχι σε δρόμο, ούτε σε παρέα, μα σε σκέψη — θέλω να ξέρεις πως θα σε θυμάμαι πεντακάθαρα, σε ένα μυαλό που έμαθε να ξεχνάει. Όχι σαν απώλεια, μα σαν κάτι που υπήρξε ολόκληρο. Θα σε κουβαλώ χωρίς βάρος· σαν ανάσα στην παλάμη, σαν νερό που κύλησε πάνω μου και μου έμαθε πως ακόμη και το πιο απαλό στοιχείο μπορεί να σμιλέψει βράχο.
Και ίσως τότε — όταν θα έχει χαθεί η ανάγκη, όταν θα έχει μείνει μόνο η ιστορία — να μπορέσω να πω επιτέλους, όχι με παράπονο, μα με ειρήνη:
“Σε έζησα.
Και σε αφήνω.”
Κι αυτό θα είναι το τέλος μας — ή η αρχή μου.
Έλενα Κορινιώτη 

About Έλενα Κορινιώτη

Μπορεί επίσης να σας αρέσει