
Η μυρωδιά του ιδρώτα είχε αναμειχθεί με κάτι πιο αόρατο, ένα απροσδιόριστο βάρος που πλάκωνε το δωμάτιο μέσα σε μια σιωπηλή ένταση. Εκείνη καθόταν στην άκρη του κρεβατιού, ακόμη γυμνή με τα γόνατα σφιγμένα στο στήθος της. Δε γύρισε να τον κοιτάξει, άλλωστε ήξερε πολύ καλά τι θα αντίκριζε. Εκείνον, ελαφρώς σκυφτό, να κουμπώνει βιαστικά το πουκάμισό του όπως θα έκανε κάποιος που αγωνιούσε να μαζέψει τον πραγματικό εαυτό του πριν προλάβει κανείς να τον κοιτάξει στα μάτια και καταλάβει…
Όρθωσε το ανάστημά του με την αυτοπεποίθηση κάποιου που φόρεσε το προσωπείο του. Έριξε το σακάκι του πάνω στους ώμους του όπως έκανε πάντα, σαν να ετοιμαζόταν να φύγει για μια συνάντηση, για μια εξωτερική δουλειά, ή για μια εν πάση περιπτώσει άλλη ζωή που εκείνη ποτέ δεν την εμπεριείχε. Στάθηκε για μια στιγμή μπροστά στον καθρέφτη και ίσιωσε το γιακά του. Εκείνη τον παρακολουθούσε διακριτικά μέσα από τον καθρέφτη κι ένιωθε ότι δεν υπήρχε τίποτα πιο βίαιο από αυτήν τη μικρή, ασήμαντη χειρονομία αυτοφροντίδας. Ήταν σαν να υπενθύμιζε ότι η ζωή του συνέχιζε αλλού, άθικτη, μεθοδικά τακτοποιημένη, ενώ η δική της έμενε εκεί μισόγυμνη και μισοάδεια. Και ξέρεις, πάντα στα μισά στριμώχνεται το τραύμα.
Κατευθύνθηκε προς το μέρος της. Το βήμα του δεν ήταν διστακτικό, αλλά ούτε και σίγουρο. Σαν να το είχε αποφασίσει τελευταία στιγμή. Έφτασε δίπλα της. Εκείνη στεκόταν ακόμα με το σεντόνι σφιγμένο γύρω από το σώμα της. Της άγγιξε τον ώμο. Μόνο για λίγο. Ένα άγγιγμα ελαφρύ, σχεδόν αδέξιο. Όπως αγγίζει κανείς κάτι εύθραυστο, χωρίς να θέλει να το σπάσει, αλλά και χωρίς να δεσμεύεται να το κρατήσει. Πώς γίνεται ένα χάδι να σε απογοητεύσει τόσο; Εκείνη ξέρει να μας πει.
«Θα μιλήσουμε», της είπε χαμηλόφωνα.
Η φωνή του δεν έμοιαζε ούτε ψεύτικη ούτε αληθινή. Ήταν η φωνή ενός ανθρώπου που ξέρει πως δε θα τηρήσει την υπόσχεση, αλλά νιώθει υποχρεωμένος να την εκφράσει. Δεν του έδωσε απάντηση, ανασήκωσε μια στάλα τα χείλη της χαρίζοντάς του το πιο επιτηδευμένο μειδίαμα.
«Δεν έχεις αργήσει;» τον ρώτησε, με φωνή που ακούστηκε σχεδόν αδιάφορη.
Εκείνος χαμογέλασε αμυδρά. «Πάντα αργώ. Το ξέρεις.» Ήταν μια φράση που δε σήμαινε τίποτα, ένα άχαρο αστείο γυμνασιακού επιπέδου και την ίδια στιγμή, μια ελάχιστη παραχώρηση τρυφερότητας, σαν να ήθελε να πει: «Ξέρω ότι σε αφήνω πίσω. Ξέρω πως δεν είναι δίκαιο.» Μα δεν το είπε.
Εκείνη σηκώθηκε. Φόρεσε το τζιν της με μια κίνηση απότομη, κι έπειτα έπιασε τα μαλλιά της σε κότσο με τα δάχτυλα με κινήσεις σκληρές και νευρικές. Είχε κολλημένο στο μάτι ένα δάκρυ που κράταγε σφιχτά από τις ρίζες του μην τυχόν και στάξει προδίδοντάς την. Ήταν το πιο αχρείαστο ταλέντο της αυτό, να προσποιείται τη σκληρή χωρίς να είναι.
«Θα λείψεις πολύ;» ρώτησε, σφίγγοντας το σουτιέν της ένα παραπάνω απ’ όσο άντεχε η γραμμή του στομαχιού της.
Εκείνος σταμάτησε να δένει τα κορδόνια του και για μια στιγμή έσυρε το βλέμμα του επάνω της. Δε συνήθιζε να την κοιτάζει με τέτοια ευθύτητα, αλλά του βγήκε ασυναίσθητα. Σκέφτηκε πόσο της πάνε τα μαλλιά πάνω μαζεμένα και μετά του ήρθε μια ακατάληπτη σκέψη πώς θα ήταν να ξυπνάνε κάθε πρωί μαζί. «Αν με πάρουν στην εταιρία, μάλλον για αρκετό καιρό.» Ξανάσκυψε στα παπούτσια του πριν προλάβει να δει το ύφος της να αλλάζει.
Εκείνη τράβηξε ένα τσιγάρο από το πακέτο το χυμένο στο κομοδίνο, το άναψε και φύσηξε τον καπνό με τρόπο προκλητικά αργό. Σαν να του έλεγε: «δε με νοιάζει, φύγε, η ζωή μου». Στην πραγματικότητα κάθε εισπνοή έκαιγε το στήθος της, κάθε εκπνοή ήταν μια προσπάθεια να μην κλάψει.
Εκείνος κοντοστάθηκε στην πόρτα, παρατηρώντας τη σιωπηλή της παράσταση. Ένα αχνό χαμόγελο φάνηκε να σχηματίζεται στις άκρες των χειλιών του, όχι τρυφερό, αλλά περισσότερο σαν αναγνώριση. Ήξερε πως το έπαιζε σκληρή. Ήξερε πως από κάτω υπήρχε χάος. Μα δεν το σχολίασε. Δεν είχε ποτέ το κουράγιο να το κάνει.
Εκείνη τίναξε τη στάχτη στο πάτωμα —κάτι που δεν έκανε ποτέ— και τον κοίταξε ίσια στα μάτια για μια τελευταία φορά. «Καλή πτήση», είπε με τόνο κοφτό, σχεδόν ειρωνικό. Η πόρτα έκλεισε απαλά όπως ακριβώς έκλεισαν και τα βλέφαρά της απελευθερώνοντας ένα μπουκέτο δάκρυα – κάθαρση…
Το αεροπλάνο προσγειώθηκε στη Στοκχόλμη και το κάτασπρο τοπίο φάνταζε λευκή επιταγή που χαρίστηκε γενναιόδωρα σε εκείνον. Στη Σουηδία όλα κύλησαν όπως είχε ονειρευτεί τουλάχιστον στα χαρτιά του. Πήρε τη θέση, ξεχώρισε, πέτυχε. Στο σπίτι του όμως τα δωμάτια μύριζαν πάντα ένα βαρύ απορρυπαντικό, σαν να μην είχαν κατοικηθεί ποτέ στ’ αλήθεια. Το ξυπνητήρι χτυπούσε με μια πειθαρχημένη συνέπεια ακόμα και κάποια Σαββατοκύριακα που ξεχνούσε να το απενεργοποιήσει από το προηγούμενο βράδυ. Στα ράφια στοιβάζονταν οι κούπες με τους μισοτελειωμένους καφέδες πλάι στα βιβλία που κανείς δεν άνοιγε για δεύτερη φορά. Το αστείο είναι πως οι συνάδελφοι τον θαύμαζαν για την ακρίβεια, την αφοσίωση, την ψυχραιμία του. Κανείς δεν ήξερε πως κάθε του μέρα ήταν γεμάτη από μικρές, ανεπιτυχείς προσπάθειες να βρει κάτι που να μοιάζει με οικειότητα. Βγήκε σε ραντεβού, δοκίμασε να συγκατοικήσει, να μοιραστεί κρεβάτια και κουβέντες. Τίποτα δεν κράτησε. Σαν όλα τους να είχαν σε ένα απόκρυφο σημείο τους τυπωμένη μια βραχυπρόθεσμη ημερομηνία λήξης.
Ένα χρόνο αργότερα επέστρεψε για λίγο στην Ελλάδα και την πέτυχε στο δρόμο. Δεν ήταν και τόσο τυχαίο, αν αναλογιστεί κανείς πως τα σπίτια τους απείχαν μόλις δύο τετράγωνα. Εκείνη όμως ήταν πολύ απασχολημένη με την τωρινή ζωή της για να τον διακρίνει μέσα στο πλήθος. Ένας άγνωστος προς εκείνον άντρας την κράταγε από τη μέση κι εκείνη γελούσε με ένα αστείο που της ψιθύριζε κάπου ανάμεσα στο αυτί και στο λαιμό. Είχε τα μαλλιά της μαζεμένα ψηλά, όπως ακριβώς του άρεσε και πλέον δεν αναρωτιόταν πώς θα ήταν να ξυπνάει κάθε πρωί στο πλάι της. Ήξερε. Για την ακρίβεια ήταν βέβαιος πως θα ήταν πολύ όμορφα, ανυπόφορα όμορφα, αλλά…
Κάποια πράγματα δεν πρόκειται να συμβούν ποτέ. Όχι απαραίτητα επειδή δε μας θέλησαν, αλλά επειδή όταν είχαμε την ευκαιρία ήμασταν πολύ εγωιστές για να τα κυνηγήσουμε, πολύ χαμένοι για να τα συνειδητοποιήσουμε, πολύ μικροί για να τα εκτιμήσουμε ή πολύ βλάκες για να τα παραχωρήσουμε στον επόμενο άνθρωπο. Δε μίλησε σε κανέναν για εκείνη, μα κι αν κάποιος του ρωτούσε το όνομα της, κομπιαζοντας, θα τη σύστηνε ως μια χαμένη ευκαιρία.
Έλενα Κορινιώτη