Με ένα “γιατί”

Ας μην περνούσε η στιγμή χωρίς να συγχωρήσει και να σκεφτεί, στον κόσμο αυτό πόσο έχει πονέσει.
Σαν να υπάρχει μια συμφωνία με το χρόνο.
Σε αυτό το στιγμιότυπο της ζωής, να χτίσει θέλει η αυγή ότι η συνήθεια έχει χωρέσει.
Σε έναν κόσμο που πονά, που διαλύεται, που καίγεται, η καρδιά πώς να μην πονέσει;
Σαν μια τραγωδία που παίζεται στα κρυφά, πίσω από τις βαριές κουρτίνες της θεατρικής σκηνής που την αλήθεια κρύβουν τα χειροκροτήματα και τα ψεύτικα λόγια που καλύπτουν τα αληθινά.
Εσύ μόνη θα σταθείς, ξυπόλυτη και γυμνή από του κόσμου όλου τα φτιασίδια.
Εκεί θα δεις πόσο αντέχεις, ψυχή, μια ανάσα μόνο πριν κι αυτή να μαραθεί, να πέσει.
Ένα φυλλαράκι δίνει ένα αποχαιρετιστήριο φιλί, ίσως τελευταίο.
Στη μητέρα που αιμορραγεί, στα δάση που καίγονται με παράπονο και ένα “γιατί”.
Στην πανικόβλητη φύση που τρέχει να κρυφτεί αγκαλιάζοντας τα φοβισμένα ζώα,
στην ατμόσφαιρα που βαραίνει όλο και πιο πολύ.
Άνθρωπε, γιατί;
Και μέσα σε αυτό το «γιατί», η μητέρα γη, περπατά και υποφέρει.
Μαριάνθη