Εκτροχιασμός

Σε βρήκα να περιστρέφεσαι
σαν να ξέχασες
πώς σταματούν τα σώματα.
Σκέφτηκα να σου δώσω μια σανίδα σωτηρίας,
μα ήταν ποτισμένη
με το βάρος μου.
Τα φτερά σου
δεν τα πήρε ο χειμώνας.
Μόνο η σκιά τους άλλαξε·
κι έπαψε να μοιάζει με ελευθερία.
Ζητούσες το χρώμα της ελπίδας.
Δε σε άγγιξα.
Τα χέρια μου
ήξεραν ακόμη να ματώνουν.
Στην πρώτη μας συνάντηση
φορούσες τύψεις
σε μέγεθος μεγαλύτερο απ’ το σώμα σου.
Και μια κόκκινη μνήμη
που επέμενες να κρατάς
ενώ σε πρόδιδε.
Άνοιξα το παιδικό σου βιβλίο,
όχι για να διαβάσω,
αλλά για να δω
τι απέφυγες να γράψεις.
Οι κενές σελίδες
ήταν οι πιο ειλικρινείς.
Κάποια βράδια ακόμη δραπετεύω.
Όχι από σένα,
από την ανάγκη να εξηγήσω.
Ανήκω σε όσους επιμένουν
να ψάχνουν την αλήθεια
ακόμη κι όταν
δεν υπόσχεται τίποτα.
Γι’ αυτό επέστρεψα
στον εκτροχιασμό.
Ψάχνω τον οδηγό.
Όχι γιατί υπάρχει,
αλλά γιατί κάποιος
πρέπει να λείπει.
Σε είδα να καθαρίζεις τις πληγές σου
με περισσότερο τραύμα.
Σου είπαν «ο χρόνος».
Ο χρόνος δε θεραπεύει.
Σβήνει τα ίχνη.
Οι πληγές
μένουν
και περιμένουν
αυτόν που θα αντέξει να τις δει.
Μην τις αποφεύγεις.
Δεν υπάρχει διαδρομή
χωρίς αυτές.
Θυμάμαι τα παπούτσια σου,
πιο στενά από τις επιλογές σου.
Κι όμως τα φορούσες.
Γιατί η φθορά
είναι οικεία.
Σκέφτηκα να σου δώσω τα δικά μου,
μα είχαν ήδη μάθει
να φεύγουν εύκολα.
Στην πρώτη στροφή
σε θυμήθηκα.
Στη δεύτερη
σε κατάλαβα.
Στην τρίτη
σε έχασα.
Και τότε
σταμάτησα να ψάχνω τη διαδρομή
και άρχισα
να ψάχνω εσένα.
Ελίνα Δερμιτζόγλου