Βουλιάζοντας “Στα άδυτα της ψυχής σου”!

Κάποτε είπες:

 

“Γράφω!

Γράφω γιατί η γραφή είναι το καταφύγιό μου. Το ησυχαστήριο της σκέψης και το καθαρτήριο της ψυχής μου. Η Ιθάκη μου και ο προορισμός μου. Η γραμμή του τερματισμού κάθε μου πορείας και το σημείο εκκίνησης κάθε μου νέας διαδρομής.

Για να δραπετεύω γράφω.”

 

Σ’ αυτή την απόδραση θέλησες να μας παρασύρεις.

Και μας έγνεψες να σ΄ ακολουθήσουμε.

Πατώντας επάνω στα χνάρια σου, προκειμένου να καταδυθούμε

“Στα άδυτα της ψυχής σου”.

Για ν’ αντικρίσουμε δικά μας κομμάτια ανάμεσα στις αράδες σου.

 

Αν κάτι σου όπλιζε το χέρι, ήταν ο έρωτας.

Σπατάλησες χιλιάδες λέξεις στο άκουσμα του.

Πάντα τον αντιμετώπιζες με περίσσια αφοσίωση.

Ποτέ σου δεν τον εκπόρνευσες, ουδέποτε του έκανες παζάρια.

Είπες πως “Αν υπάρχει ένας επίγειος παράδεισος σε αυτή τη ζωή, αυτός είναι ο αμοιβαίος έρωτας και η άγρια ομορφιά του.

Η απόλυτη και η άνευ όρων βίωσή του με όλες τις ανθρώπινες αισθήσεις.”

Κι ύστερα σώπασες.

Κρατώντας “Ενός λεπτού σιγή για όσους φοβήθηκαν τον έρωτα”

Για εκείνους που “Τρέμουν τη στιγμή που ένα τους φιλί θα αποκαλύψει τα πραγματικά τους αισθήματα”

 

Με τη πένα σου χαρτογράφησες τα δυσδιάκριτα όρια των σχέσεων.

Παρέθεσες τους προβληματισμούς.

Με μια πρωτοφανή αμεσότητα.

Δεν σου άρεσε να καλλωπίζεις τις λέξεις.

Ούτε να στρογγυλεύεις τις καταστάσεις.

Γι’ αυτό κι ήσουν από τους ελάχιστους που υποστήριξε πως “Όσο και να σ’ αγαπούν, εσύ, εκεί που αγαπάς θα πηγαίνεις πάντα!”

Ποτέ σου δε δίστασες να γράψεις τις αλήθειες σου.

Να πεις “Μια συγγνώμη κι ας άργησα” εκεί που έπρεπε.

Μα και να γυρίζεις την πλάτη σε μέτριες φλόγες.

Να πεις “Λάθος πόρτα χτύπησες. Η νοσταλγία δε μένει πια εδώ.” κλείνοντας αποφασιστικά τη θύρα σ’ εκείνους που έταξαν πολλά, μα έδωσαν ελάχιστα.

 

 

Ήξερες πως πολλοί θα προσπαθήσουν να μπήξουν το βλέμμα τους πίσω από την κλειδαρότρυπα.

Να δουν τη τρωτή πλευρά σου, να υποθέσουν πως δεν είσαι δα και κάτι σπουδαίο.

Κι εσύ ήξερες πως να τους αντιμετωπίσεις.

Κουβαλούσες στη φαρέτρα σου το πολυτιμότερο όπλο σου.

Τις λέξεις σου. Καθώς όπως είθισται να τονίζεις “Η γλώσσα κόκκαλα δεν έχει και κόκκαλα τσακίζει”

Αρκούσαν οι κουβέντες σου προκειμένου να κλείσεις τα αδηφάγα στόματα των πανταχού κριτών.

Ύστερα αποχωρούσες. Με την καρδιά γεμάτη και τα μάτια χαμηλά”

Μιας κι “Οι αξιοπρεπείς άνθρωποι ήσυχα φεύγουν”.

 

 

Σε ζήλεψαν, σε χλεύασαν, σ’ αντέγραψαν.

Ένα πράγμα δεν σου έκλεψαν.

“Το ζεϊμπέκικο σου”.

“Το φιμωμένο σπαραγμό” σου.

Αυτό θα φέρει πάντα πάνω του, κάτι απ’ τ’ όνομα σου.

Κάτι απ’ την αυθεντικότητα σου.

 

Απόψε είναι η βραδιά σου.

Κι ας νιώθεις παράξενα που “κοιτάζεις το είδωλο σου στον καθρέφτη κι αυτό μοιάζει στον πατέρα σου κάθε μέρα και πιο πολύ”.

Μη δίνεις βάση στη χρονική φθορά, είναι μονάχα προκαθορισμένα δευτερόλεπτα που κυλούν ψυχρά κι αδυσώπητα.

Η ψυχή σου παραμένει άφθαρτη.

Εσύ ο ίδιος μας τόνισες πως ¨Η ζωή γράφεται στο -εδώ- και στο τώρα¨

Κι εμείς αυτό θέλουμε από εσένα, να τη ζήσεις κι ύστερα να την καταγράψεις.

Όπως κάνεις τόσα χρόνια.

 

Κάποτε είπες:

Γράφω για να ζω την στιγμή. Για να καταγράφω και να απαθανατίζω τα συναισθήματά της. Για να έχω μια ταυτότητα κι ένα σημείο αναφοράς σε αυτό το απρόβλεπτο και περιπετειώδες ταξίδι που ονομάζουμε ζωή. Για να συνεχίσω να ταξιδεύω γράφω.

 

Εμείς οι “Μεταξύ μας” που άλλο τρόπο δεν έχουμε να σου ευχηθούμε,

απόψε γράψαμε για σένα.

Χρόνια πολλά, χρόνια καλά, χρόνια ευτυχισμένα.

Η αγάπη να κυλάει όπως η πένα στο χαρτί σου.

Α! Και να μην αλλάξεις ποτέ.

Συνέχισε να δίνεις φωνή στις σκέψεις και στα συναισθήματα μας!

*Εκ μέρους της συντακτικής ομάδας του ‘Μεταξύ μας!”

https://www.facebook.com/100010049465875/videos/702076330137343/

 

 

About Guest Μεταξύ μας

Μπορεί επίσης να σας αρέσει