Φύγαμε κορίτσι μου!

Κοίτα κορίτσι μου..
Κάποιοι δρόμοι στη ζωή είναι στενά ανήλιαγα και πουθενά δε βγάζουνε.
 
Προχωράς και προχωράς.. 
κι ούτε που λες να φτάσεις κάπου, κι ούτε ένα φως δεν αχνοφαίνεται, κουράγιο να σου δώσει.
 
Μα αυτό αποζητούσες;
Πες μου! 
Εντέλει, ήτανε αυτό ό,τι στ’ αλήθεια ήθελες;
Πορεία σε ένα σκοτεινό
κι αδιέξοδο στενό, χωρίς φως και ζεστασιά και δίχως οξυγόνο;
Με συντροφιά αντάμα σου, μνήμες μπαγιάτικες πικρές και ελπίδες κουρασμένες; 
 
Έλα.. 
Πες την αλήθεια τώρα πια!
Κανένας δε σ’ ακούει..
Μόνη σου, βλέπεις, σεργιανάς τόσο καιρό στο πουθενά. 
Στον εαυτό σου μίλα ειλικρινά, αφού πάντα κυνήγαγες
με μένος την αλήθεια.
 
Όχι, δεν ήθελες αυτό. 
Φώναξ’ το! 
Όσο μπορείς πιο δυνατά! 
Σωριάσου και ούρλιαξε ό,τι άδικο σε πνίγει! 
 
Κι ύστερα κάτσε να σκεφτείς. 
Να καταλάβεις, πως όταν ένας δρόμος είναι αδιέξοδος και μονόδρομος, μοναδική σου επιλογή είναι να κάνεις πίσω κι ας μπεις για λίγο στο αντίθετο το ρεύμα.
 
Να κάνεις πίσω και, έστω κατάκοπη κι απελπισμένη, να φτάσεις πάλι στο σταυροδρόμι απ’ όπου ξεκίνησες και να δοκιμάσεις κάποιον άλλον δρόμο αυτή τη φορά.
 
Να θυμάσαι πως μια πόρτα που δεν ανοίγει είναι ένας τοίχος που δεν γκρεμίζεται.. 
Και δεν έχεις το δικαίωμα ούτε τις πόρτες να παραβιάζεις, όταν είναι ξένες, ούτε τους τοίχους να βαράς για να γκρεμίσεις, όταν τους έχουν χτίσει άλλοι.
 
Να θυμάσαι την κάθε φορά στη ζωή σου, που ήσουν κάπου που δε σε θέλανε. 
Πόσο τσαλαπατημένη ένιωθες την αξιοπρέπεια σου!
Πόσοι κόμποι πνίγανε το λαιμό σου και πόσες λεπίδες μάτωναν την καρδιά σου!
 
Να θυμάσαι πόση δύναμη και κουράγιο χρειαζόσουν μετά, για να μαζέψεις τα σμπαραλιασμένα σου κομμάτια και να επανασυντεθείς και να προχωρήσεις.
 
Να θυμάσαι πως τα λόγια των ανθρώπων συνήθως υπερβάλουν των συναισθημάτων τους και των πραγματικών τους “θέλω” – που ανάθεμα κι αν ξέρουν τις πιο πολλές φορές κι οι ίδιοι ποιά είναι αυτά.
 
Να θυμάσαι, κορίτσι μου.. 
 
Να θυμάσαι να μην ξεχνάς!
 
Ώστε να φεύγεις εγκαίρως και να σώζεις όση ψυχή μπορείς από το επικείμενο σακάτεμα.
 
Γιατί κατά βάθος, ξέρεις.. 
Πάντα ξέρεις – όλοι ξέρουμε – πού είσαι αγαπητή και πού είσαι ανεπιθύμητη ή έστω αδιάφορη.
Και στις δυο τελευταίες περιπτώσεις, όσο κι αν δεν το θες, πρέπει να απλώνεις το χέρι σου αποφασιστικά στον εαυτό σου και τρυφερά να του λες:
 
“Φύγαμε, κορίτσι μου.. 
Όσο είμαστε ακόμα μαζί και δε χαθηκαμε.. 
φύγαμε!” 
 
Κατερίνα Πανταλέων

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *