Το δικό μου κουμπί, αυτό της ψυχής μου!

Δεν θυμόμουν καν που το είχα κρύψει…

Εκείνο το μεταλλικό κουτί από μπισκότα , που σημάδεψε τα παιδικά μου χρόνια.

Θυμάμαι  τους ατέλειωτους καυγάδες με την μάνα μου, που επέμενε να μετατρέπει καθένα απ’ αυτά σε χώρο αποθήκευσης για τα ραφτικά της.

Βελόνες, κλωστές, κουμπιά κάθε μεγέθους!

Χωρίς να ρωτήσει , άδειαζε το δικό μου περιεχόμενο και το τοποθετούσε στο δικό της ράφι.

Η δικαιολογία ήταν πάντα η ίδια: «αυτό δεν είναι για να μαζεύουμε σκουπίδια!»

Σκουπίδια…

Εγώ μάζευα ότι θεωρούσα ιερό, ακαταλαβίστικο πάντα για τους άλλους.

Αποξηραμένα λουλούδια, ημερομηνίες σε χαρτάκια, στολίδια από το Χριστουγεννιάτικο δέντρο, ρούχα για τις κούκλες μου…

Την πρώτη μου κασέτα με τραγούδια του Μητροπάνου, του Νταλάρα, του Παπακωνσταντίνου.

Σκουπίδια θεωρούσα τα κάθε λογής κουμπιά. Ποτέ δεν κατάλαβα την χρησιμότητα τους.

Που να φανταστώ πως στην ζωή μου θα χρειαζόταν να αποθηκεύσω και εγώ αμέτρητα κουμπιά, όχι για να τα ράψω στα ρούχα μου αλλά στην ψυχή μου.

Μόνο που κάθε φορά που έραβα ένα πονούσα αφόρητα και προσπαθούσα να θυμηθώ το πρόσωπο της μάνας μου για να καταλάβω αν πόναγε το ίδιο, κάθε φορά που έραβε.

Μπα, μόνο τα χέρια της τρυπούσε που και πού και αναζητούσε την δαχτυλήθρα της  για προστασία.

Εγώ όμως ούτε εκείνη δεν είχα!

Προστασία καμία. Στην αρχή κούμπωνα και περίμενα. Έραβα την υπομονή μου να μην ξεχειλώσει.

Κάθε που πληγωνόμουν, ορκιζόμουν στον εαυτό μου ότι δεν κάνω το ίδιο λάθος.

Την επόμενη φορά έλεγα θα είναι αλλιώς. Αμ δε! Το μέγεθος του κουμπιού άλλαζε ανάλογα με το πόσο είχα φτιάξει την κουμπότρυπα. Πόναγα το ίδιο και συνέχιζα.

Άρχισα να πιστεύω λοιπόν πως κάποιο λόγο είχε η μάνα μου που μάζευε κουμπιά. Μόνο που έπρεπε να μου δώσει και οδηγίες χρήσης. Να ξέρω βρε αδελφέ πως κάθε φορά που εμπιστεύομαι απόλυτα, κάτι θα γίνει για να τα ανατρέψει όλα.

Να μάθω μεγαλώνοντας πως οι άνθρωποι δεν είναι πάντα αγγελικά πλασμένοι και ότι κάποιοι βάζουν το καλό τους πρόσωπο μπροστά βάσει σχεδίου, με σκοπό!

Ακόμα και όταν απογοητευόμουν έψαχνα να βρω μια ανθρώπινη, κατανοητή δικαιολογία για την συμπεριφορά των άλλων.

Και εκείνοι, που διάβαζαν την αδυναμία μου, συνέχιζαν με μεγαλύτερη φόρα!

Στοίβαξα πολλά κουμπιά στο κουτί μου, μέχρι που δεν χωρούσε άλλα. Το άδειαζα και ξαναγέμιζε. Γιατί βλέπεις συνέχισα να εμπιστεύομαι τους ανθρώπους.

Κάποια στιγμή, το κουτί μου ξεχάστηκε. Κρύφτηκε στο πίσω μέρος του παταριού μου στην τελευταία μου μετακόμιση.

Δεν σταμάτησα να ράβω κουμπιά, απλά κατάλαβα πως σταμάτησα να νιώθω τον λόγο που πρέπει να το κάνω. Και αφού όλα είναι κύκλος και γύριζα πάλι στην αρχή θυμόμουν πως για αυτή την περίπτωση για παράδειγμα, είχα φυλάξει το αντίστοιχο κουμπί.

Άρα, το ξαναπέρασα! Άρα δεν πρόκειται τώρα να λυγίσω, ξέρω τι να περιμένω, έλεγα στον απολογισμό μου.

Έλα όμως που σήμερα άρχισα σαν τρελή να το ψάχνω.

Δεν μπορεί σκέφτηκα, κάτι θα’ χω κρύψει ικανό να με βοηθήσει. Και άλλη φορά οι άνθρωποι με προσέγγισαν με σκοπό, στο όνομα της αγάπης. Της ανόθευτης αγάπης, αυτής της «ανθρώπινης».

Αυτής που ωθεί τους ανθρώπους να κάνουν πράγματα για να πιστέψεις τις αγνές τους προθέσεις, πράγματα μεγάλα!

Μετά, μόλις εκπληρώσουν τον σκοπό τους, να βγαίνει το ζιζάνιο από την ψυχή τους και  ρημάζει τα πάντα!

Έψαξα απεγνωσμένα να βρω μήπως κάτι υπάρχει κρυμμένο εκεί, ικανό να δικαιολογήσει την συμπεριφορά τους.

Τίποτα δεν βρήκα.

Τίποτα διαφορετικό.

Έτσι άρχισα πάλι να «κουμπώνω» την ψυχή μου.

Άδειασα το περιεχόμενο του κουτιού στα σκουπίδια αφού δεν έχει κάτι να μου δώσει.

Αφού τα ξαναζώ σε άλλη εποχή, χωρίς αθωότητα και με δυνατότερο πόνο!

Γιατί οι άνθρωποι είμαστε αχόρταγοι, άπληστοι, θέλουμε να παιδεύουμε το μυαλουδάκι μας, δεν μας αρέσει η ηρεμία, θέλουμε να ‘χουμε κάτι να παραπονιόμαστε.

Πως θα μας προσέξουν άλλωστε!

Έντυσα το κουτί μου με το χρώμα της ελπίδας.

Να ‘χω να προσμένω. Ξεκίνησα ρίχνοντας μέσα το πρώτο μου κουμπί. Δεν ξέρω αν θα ‘ναι το μεγαλύτερο, μα είναι το πιο σημαντικό.

Αχ βρε μάνα, πόσο  περήφανη θα ‘σουν για μένα!

Όχι για την συλλογή που σκοπεύω να φτιάξω, αλλά για τον τρόπο που ράβω τα κουμπιά στην ψυχή μου, χωρίς δακτυλήθρα.

Και ξέρεις, περνώντας τα χρόνια, ίσως να μην ξηλωθούν, να μην χρειαστεί να τα ράψω ξανά, γιατί κανείς μας δεν ξέρει πόσες φορές ακόμα θα φορέσει τα ρούχα εκείνα!

Τώρα που το σκέφτομαι, πρέπει να πουλάνε ακόμα μπισκότα σε εκείνο το μεταλλικό μπλε κουτί, με τα άσπρα διαχωριστικά χαρτάκια στο εσωτερικό του…

Μαρία Βουζουνεράκη

About Μαρία Βουζουνεράκη

Αγαπάω τους ανθρώπους, όσο και τις λέξεις μου.
Τα μουτζουρωμένα και τσαλακωμένα χαρτιά, μοιάζουν με μια συννεφιασμένη ημέρα που περιμένει τον ήλιο να κάνει πρεμιέρα.
Θυμάμαι πάντα τον εαυτό μου να ονειρεύεται και να ελπίζει.
Κάθε τι που ανασαίνει, είναι η δική μου έμπνευση.
Και είναι τόσο όμορφοι οι άνθρωποι, όταν γίνονται λέξεις στα μουτζουρωμένα σου χαρτιά!

Μπορεί επίσης να σας αρέσει