Ο ναυαγός μου

Μια ξεθωριασμένη εικόνα ενός αγίου που κάποιος την πέταξε στη θάλασσα και έχασε το χρώμα της ακόμα πιο πολύ. Που την έφθειρε η αλμύρα, οι φουρτούνες και η υγρασία, όμως όλες οι θάλασσες του κόσμου δεν είναι ικανές να μειώσουν την αξία της. Εκεί είναι προσκολλημένη η σκέψη μου. Πάνω στο εικόνισμα κολλημένα τα χείλη μου, σε ένα διαρκές προσκύνημα.
 
Σαν νησί το χειμώνα η ψυχή μου.
Κι εκείνος ο μόνος ναυαγός στην άδεια παραλία του. Πάει, έρχεται, ποτέ δε φεύγει. Κάπου κάπου κρύβεται και με ξεγελάει μα το πρωί πάλι το βρίσκω καθισμένο μπροστά στη θάλασσα να έχει απλώσει τα δίχτυα του.
 
Τις μέρες περιπλανιέται παραμιλώντας και ψιθυρίζοντας προσευχές. Τις νύχτες παίζει επιδέξια με το κουρελιασμένο μου όνειρο. Το πετάει στο κύμα, το κλωτσάει, καταριέται. Βρίζει και ξεσπά, λέει ότι ζει παγιδευμένος μα λατρεύει να σέρνει παντού μαζί του την παγίδα του. Αυτός δεν μπορεί να φύγει απ’ το νησί κι εγώ δεν μπορώ να το διώξω. Κι έτσι μας τρώει η αλμύρα και τους δύο. Η μοίρα μας έχει δέσει και ενώ θέλουμε να λυθούμε, ταυτόχρονα λατρεύουμε τα σκοινιά που μας κρατάνε.
 
Εκείνος που κοιτά με φθόνο τους βράχους, τα κοχύλια, το υγρό χώμα και υποφέρει κλαίγοντας κρυφά. Κι εγώ που ψάχνω, απεγνωσμένα, τρόπο να ξεριζώσω απ’την καρδιά μου το νησί μου, να το πετάξω σε μια γωνιά αυτής της γης πολύ μακριά από μένα… 
 
Ωστόσο ο ένας ζει μέσα στον άλλον. Κι είναι και για τους δυο μας αυτό το νησί ο τόπος μας. Μέχρι να δεχτούμε ότι στην άμμο είναι χαραγμένο ένα «μαζί», η υγρασία θα τρυπάει τα κόκκαλά μας. Ο άγιος στην εικόνα θα ξεθωριάζει μέρα με τη μέρα κι εγώ θα αρνούμαι ότι αυτός ο άγιος είναι ο ίδιος, ο μονάκριβός μου ναυαγός.
 
Εύα Κοτσίκου
 

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *