Έναν σταυρό μου έβαλες στην πλάτη

Ένα σταυρό μου έβαλες στην πλάτη και περίμενες να βαστάξω χωρίς να βογγήξω, χωρίς να λυγίσω. Σου ζήτησα λίγο νερό να δροσίσω τα δύο μου χείλη που ξεράθηκαν φωνάζοντάς σου “σ’ αγαπώ”, μα ξύδι μου ‘δωσες να πιω. Και σαν ανέβηκα το Γολγοθά σου, εσύ ήσουν που πρώτος έτρεξες να μου καρφώσεις τα καρφιά σου στα πόδια και στα χέρια.
 
“Γιατί με εγκαταλείπεις;”, σου φώναξα και εσύ γελούσες και έπινες το αίμα που έσταζε απ ‘το πονεμένο σώμα μου. Αφέθηκα στον πόνο και παρέδωσα την ψυχή μου στα χέρια σου. Αλλά ακόμη και τότε δεν ήσουν ευχαριστημένος. Άσ’ τε την πάνω στο σταυρό τρεις μέρες και τρεις νύχτες, βορά να γίνει για τα όρνεα. Και όταν το σώμα μου κομματιασμένο και λογχισμένο το κατέβασαν απ’ τον σταυρό, κανέναν δεν άφησες να πλησιάζει και τις φροντίδες στο νεκρό το σώμα μου να δώσει.
 
Άραγε, ποτέ θα χορτάσει η πείνα σου, για πόσο θα ‘ναι σκληρή η καρδιά σου και για πόσο θα ζεις μέσα απ’ τον πόνο που προκαλείς στους άλλους;
 
Ελένη Καρβουνάρη

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *