Εγώ και η νύχτα

Ήταν μια νύχτα αλλόκοτη απ’ την αρχή. Μια νύχτα που είχα κάτι ανοιχτούς λογαριασμούς με μένα και βάλθηκα να κάνω κάτι με δαύτους, μα δεν ήξερα τι. Να τους κλείσω; Ή να τους σκίσω να ξεμπερδεύω; Είχα χαθεί για μια ακόμη φορά σε δρόμους άγνωστους. Παρ’ όλα αυτά δεν ένιωθα κανέναν φόβο. Αυτό πάντα με φόβιζε σε μένα. Η έλλειψη φόβου σε καταστάσεις που θα έπρεπε.
 
Όπως πάντα, και όπως λένε όλοι αυτοί που με ξέρουν καλά, βρήκα στο τέλος την περπατησιά μου. Βυθίστηκα στη μουσική και εκεί με βρήκα. Η νύχτα είχε χίλια πρόσωπα και τα άλλαζε συνεχώς. Πέρασε από το λαιμό μου το χέρι της, με τράβηξε στο στήθος της και με φίλησε δυνατά στο μέτωπο. Ένιωσα ασφάλεια. Έπειτα άλλαξε πρόσωπο. Με κοίταξε κατάματα, μου’ βάλε ένα ποτήρι στο χέρι και σήκωσε ψηλά το δικό της. Και τότε άρχισα το παραμιλητό μου.
 
Όχι, δεν ήμουν πιωμένη. Σταγόνα δεν είχα πιει κι ας μιλούσα αλλόκοτα, σαν μεθυσμένη. Άρχισαν ποτάμια να κυλούν. “Γιατί;”, με ρώτησε η νύχτα, μα δεν είχα και κάτι να της πω. Αν ήξερα ίσως και να της έλεγα, μα δεν ήξερα. Αυτή όμως επέμενε να με ρωτά κοιτώντας με στα μάτια. “Γιατί;” “Για όλα και για τίποτα, όλα μαζί ταυτόχρονα”, της είπα. Και τότε σώπασε. Δεν ήξερε τι να μου αποκριθεί. Άλλαξε πρόσωπο, για μια ακόμη φορά. Αυτή τη φορά φανερά με ένιωθε.
 
Άπλωσε το χέρι της και πήρε το δικό μου και προχωρήσαμε μαζί ως την άκρη. Ως εκεί που δεν έχει άλλο. Ακόμη κρατούσα το ποτήρι που μου’ χε δώσει, μα γουλιά δεν είχα πιει. ” Ας καούμε, μαζί. Ίσως έτσι καούν και οι πόνοι μας, ίσως έτσι καούν κι οι πόθοι μας” μου πρότεινε. Ήπια μονορούφι το πιοτό της και ύστερα όρμηξα στη φωτιά. Μα αυτή δεν ήρθε μαζί μου, στεκόταν και με έβλεπε να καίγομαι και να λυτρώνομαι. Μόνο σήκωσε ψηλά το ποτήρι της και ήπιε για όλα αυτά που μπόρεσα να κάνω στάχτη… όλους τους πόνους και όλους τους πόθους μου.
 
Ελένη Καρβουνάρη

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *