Πουθενά

… το κόκκινο κρασί κυλούσε και έβρεχε το βελούδο που έντυνε τη λευκή της σάρκα…
Καθώς πλησίαζαν, ο ένας ρουφούσε, εξ’ αποστάσεως ελάχιστων εκατοστών, τις εκπνοές του άλλου.
“Κάποτε όλοι θα γίνουμε χώμα”, του είπε κι εκείνος, ανίκανος να φανταστεί τόση ομορφιά να χάνεται μέσα στη γη, αναστέναξε.
“Πιστεύεις ότι υπάρχουμε;” τον ρώτησε.
“Να, σαν τώρα, εγώ και εσύ είμαστε αληθινοί.
όταν αύριο πάψουν να μας καίνε όσα νιώθουμε, θα πιστεύεις ακόμη πως εγώ και εσύ υπήρξαμε;”
Έμεινε σιωπηλός, έσκυψε το κεφάλι και δεν ήξερε τι να της απαντήσει.
“Θα φύγεις;” τη ρώτησε, κι ας ήξερε από πριν την απάντηση.
“Πώς να φύγω, αν ποτέ δεν ήμουν εδώ;” του απάντησε κοιτώντας τον στα μάτια.
“Και τότε, πού είσαι;” την ρώτησε. “Πες μου πού είσαι και θα έρθω να σε βρω.”
“Δεν ξέρω”, του απάντησε, “ίσως πουθενά.”
“Υπάρχουν γεωγραφικές συντεταγμένες για το πουθενά; αν ναι, ψάξε και βρες τες και αν μπορείς έλα να με βρεις.
Ίσως εκεί να υπάρχω…”
Αυτός έκλεισε τα μάτια του και όταν τα άνοιξε κατάλαβε πως ηταν μόνος μέσα σε τέσσερεις φθαρμένους από τον καιρό τοίχους.
Μόνο η μυρωδιά της υπήρχε διάσπαρτη στο χώρο. Αυτή η τόσο συγκεκριμένη μυρωδιά, να του τρυπάει τα ρουθούνια.
Ελένη Καρβουνάρη

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *