Μόνο ο χρόνος γνωρίζει ακριβώς την ώρα του

Μπαίνω στο αυτοκίνητο.
Δυναμώνω την ένταση της μουσικής.
Παίρνω μια βαθιά εισπνοή κοιτώντας τον καθρέφτη με σκοτεινό βλέμμα.
Βγαίνω στη λεωφόρο.
Καθώς ανεβάζω ταχύτητα, ανεβαίνουν και οι σφυγμοί.
Υγραίνονται τα μάτια, η ανάσα γίνεται γρήγορη, ο κόμπος στο λαιμό σφίγγει κι άλλο.
Γρήγορες εναλλαγές τοπίων έξω από το σώμα μου και μέσα στο μυαλό μου. Να παλεύω με θεριά από το παρελθόν, να προσπαθώ να ξεφύγω από το παρόν και να γυρεύω ν’ αλλάξω το μέλλον.
Πώς θα ήθελα να ήταν, πώς έπρεπε να γίνει, πώς κατέληξε να είναι…
Χρόνοι γραμματικής δραπέτευσαν από τα κελιά τους και κλείδωσαν εμένα μέσα σ’ εκείνα. Από τότε ψάχνω να βρω αυτά τ’ αναθεματισμένα κλειδιά.
Η πορεία θολή μπροστά μου, δίχως ξεκάθαρο προορισμό. Μόνο δρόμος ανοιχτός, ατελείωτος, άγνωστος και δύσβατος ακόμη και μέσα στη λεία του ασφαλτόστρωση.
Δεν είναι αυτές αποσ-τάσεις κατα-φυγής των πεπραγμένων, ούτε εν-τάσεις απο-φυγής των κεκτημένων. Μόνο ανάγκη για ριζική αλλαγή που δεν την προσφέρει κανένας δρόμος και καμία διαφυγή.
Έπειτα από ώρες, επιστροφή στη βάση μου.
Ακόμη μια ματιά στον καθρέφτη – πιο φωτεινή – αυτή τη φορά.
Δεν είναι ώρα ακόμη, εαυτέ μου…
Μόνο ο χρόνος γνωρίζει ακριβώς την ώρα του.
Ζωή Παπατζίκου