Πόσο βλάκας ήσουν…

Πόσο βλάκας ήσουν… Ίσως αυτή να είναι η φράση που θα σου έρχεται κάποτε στο μυαλό, όταν θα έχει περάσει αρκετός καιρός ώστε να μπορείς να κοιτάξεις πίσω χωρίς να ματώνεις ακριβώς στο ίδιο σημείο.
Πόσο βλάκας ήσουν. Όχι επειδή ένιωσες. Όχι επειδή αγάπησες. Αλλά επειδή πίστεψες πως, όταν ένα συναίσθημα είναι αληθινό, η ζωή οφείλει κάπως να του ανοίξει δρόμο. Δεν οφείλει. Και ίσως αυτή να είναι μία από τις πιο σκληρές αλήθειες που μαθαίνει κανείς μεγαλώνοντας. Γιατί μπορεί να συναντήσεις έναν άνθρωπο και, μέσα σε ελάχιστο χρόνο, να νιώσεις πως κάτι μέσα σου τον αναγνωρίζει. Σαν να τον είχες ξανασυναντήσει κάπου αλλού, σε μια ζωή που δεν θυμάσαι. Να υπάρχει εκείνη η παράξενη οικειότητα που δεν χρειάζεται συστάσεις. Να καταλαβαίνετε ο ένας τις σιωπές του άλλου πριν προλάβουν να γίνουν λέξεις. Να περιμένεις ένα μήνυμά του και, χωρίς να το καταλάβεις, να έχει αλλάξει το φως μέσα στη μέρα σου. Να ακούς τη φωνή του και να μικραίνει για λίγο η απόσταση. Να περνούν οι ώρες και να μη μοιάζουν με ώρες.
Και τότε αρχίζεις να πιστεύεις. Πως κάπου υπάρχει μια χαραμάδα. Πως πίσω από τον τοίχο της πραγματικότητας υπάρχει μια πόρτα που δεν έχετε βρει ακόμη. Πως κάτι τόσο δυνατό δε γίνεται να τελειώσει πριν καν προλάβει να αρχίσει. Κι όμως, γίνεται. Γιατί άλλο είναι το «σε θέλω» και άλλο το «μπορώ να σε χωρέσω στη ζωή μου». Άλλο το «σ’ αγαπώ» και άλλο το «μπορώ να χτίσω μαζί σου μια ζωή». Κι ανάμεσα στις δύο αυτές φράσεις απλώνεται όλη η άβυσσος του ανέφικτου. Γιατί ένας έρωτας μπορεί να είναι ολόκληρος, ενώ η ζωή γύρω του να μην έχει ούτε μια ελεύθερη θέση για να τον στεγάσει. Μπορεί να συναντήσεις τον σωστό άνθρωπο σε λάθος εποχή. Να υπάρχουν ήδη ζωές χτισμένες, άνθρωποι που δεν μπορούν απλώς να διαγραφούν, ευθύνες που δε μετακινούνται, φόβοι που έχουν ριζώσει βαθιά, αποφάσεις που πήραν το δρόμο τους πολύ πριν εμφανιστεί εκείνος.
Μπορεί δύο άνθρωποι να συναντηθούν ακριβώς τη στιγμή που θα έπρεπε να είχαν συναντηθεί χρόνια πριν. Ή χρόνια μετά. Και τότε το συναίσθημα μένει μετέωρο. Σαν γράμμα που γράφτηκε και δε βρήκε ποτέ γραμματόσημο. Όχι επειδή ήταν ψεύτικο. Αλλά επειδή δεν είχε πού να πάει. Κι αυτό είναι ίσως το πιο αμείλικτο πρόσωπο του ανέφικτου. Δε χρειάζεται να σκοτώσει έναν έρωτα. Του αρκεί να μην του επιτρέψει να γίνει ζωή. Γι’ αυτό υπάρχουν άνθρωποι που δεν ξεπερνιούνται ποτέ εντελώς. Όχι απαραίτητα επειδή υπήρξαν οι μεγαλύτεροι έρωτές μας – αλλά επειδή έγιναν η απόδειξη μιας ζωής που δε δοκιμάστηκε ποτέ. Και το μυαλό επιστρέφει εκεί, ξανά και ξανά, σαν γλώσσα σε πληγή. Όχι πάντα επειδή θέλει τον άνθρωπο πίσω – αλλά επειδή δεν αντέχει τα κενά. Δεν αντέχει τις ιστορίες χωρίς τελευταίο κεφάλαιο.
Και τότε έρχεται εκείνο το μικρό, επίμονο ερώτημα: Τι θα γινόταν αν; Αν είχατε γνωριστεί νωρίτερα. Αν δεν υπήρχε εκείνη η απόσταση. Αν είχατε λίγο περισσότερο θάρρος και λίγο λιγότερο φόβο. Αν η ζωή, για μία μόνο φορά, είχε καθυστερήσει να σας προλάβει. Αν εκείνη η συνάντηση είχε γίνει σε άλλη εποχή, κάτω από άλλους ουρανούς, με λιγότερα βάρη στις πλάτες σας. Αλλά η ζωή δεν γράφεται με «αν». Και αυτό είναι που μας δυσκολεύει περισσότερο να αποδεχτούμε. Γιατί κουβαλάμε μέσα μας την παιδική, σχεδόν αφελή πεποίθηση πως κάθε μεγάλη επιθυμία κρύβει κάπου μια λύση. Πως αν περιμένουμε αρκετά, αν προσπαθήσουμε αρκετά, αν αγαπήσουμε αρκετά, η πραγματικότητα κάποτε θα λυγίσει – δε λυγίζει πάντα.
Μερικές φορές υπάρχει μόνο ένας τοίχος. Και κάποια στιγμή πρέπει να σταματήσεις να χτυπάς πάνω του. Όχι επειδή έπαψες να νοιάζεσαι. Αλλά επειή κατάλαβες πως, από ένα σημείο και μετά, το να συνεχίζεις να χτυπάς δεν είναι αγάπη. Είναι άρνηση. Υπάρχουν άνθρωποι που τους αγαπάς και παρ’ όλα αυτά, τους αφήνεις να φύγουν. Όχι επειδή μικραίνει αυτό που ένιωσες. Αλλά επειδή δε θέλεις να το μετατρέψεις σε φυλακή. Τους αφήνεις να μείνουν εκεί όπου ανήκουν: σε μια εποχή σου, σε μια ανάμνηση, σε ένα βλέμμα που κράτησε λίγο περισσότερο απ’ όσο έπρεπε, σε μια πιθανότητα που δεν πρόλαβε να γίνει πραγματικότητα. Και ίσως αυτή να είναι η πιο δύσκολη μορφή αγάπης. Να μην καταστρέψεις κάτι όμορφο προσπαθώντας να το κάνεις δικό σου. Γιατί κάποτε πρέπει να ξεχωρίσεις το: «δεν μπορώ χωρίς εσένα» από το: «δεν μπορώ να υπάρξω μαζί σου».
Και τότε καταλαβαίνεις κάτι που κανένας μεγάλος έρωτας δε θέλει να σου μάθει: Η αλήθεια ενός συναισθήματος δεν του εξασφαλίζει θέση στη ζωή σου. Μπορείς να αγαπάς και να μην μπορείς να μείνεις. Να θέλεις και να πρέπει να φύγεις. Να συναντήσεις έναν άνθρωπο που σε αλλάζει και, παρ’ όλα αυτά, να μην τον κρατήσεις. Μπορεί δύο άνθρωποι να είναι σωστοί ο ένας για τον άλλον και, ταυτόχρονα, να μην μπορούν να υπάρξουν μέσα στην ίδια ζωή. Κι εκεί βρίσκεται η πιο άγρια ειρωνεία του έρωτα. Δε μας διαλύουν πάντα εκείνοι που δε μας αγάπησαν. Μερικές φορές μας διαλύουν εκείνοι που μας αγάπησαν, αλλά δεν μπορούσαν να μας προσφέρουν τη ζωή που χρειαζόμασταν. Και ίσως γι’ αυτό πονάει περισσότερο. Γιατί δεν έχεις έναν ένοχο. Δεν έχεις μια προδοσία να μισήσεις. Δεν έχεις μια ψευτιά να ξεσκεπάσεις. Έχεις μόνο μια αλήθεια που στέκεται απέναντί σου, γυμνή και αμετακίνητη: Ήταν αληθινό. Απλώς δεν μπορούσε να γίνει ζωή. Και κάποια χρόνια μετά, μπορεί να θυμηθείς εκείνον τον εαυτό σου που πίστεψε πως, ίσως, η πραγματικότητα θα έκανε μια εξαίρεση για χάρη σας. Και να χαμογελάσεις πικρά.
«Πόσο βλάκας ήσουν…» Μόνο που τότε δεν θα το πεις με θυμό. Θα το πεις σχεδόν τρυφερά. Γιατί εκείνος ο άνθρωπος τόλμησε να ελπίσει. Τόλμησε να αφεθεί. Τόλμησε, έστω για λίγο, να αφήσει στην άκρη όσα ήξερε και να πιστέψει πως κάτι τόσο δυνατό μπορεί να νικήσει κάτι τόσο αμείλικτο όσο η πραγματικότητα. Δεν το νίκησε. Και ίσως δε χρειαζόταν. Γιατί δεν είναι όλες οι μάχες φτιαγμένες για να κερδηθούν. Κάποιες έρχονται μόνο για να σου αποκαλύψουν το βάθος στο οποίο μπορεί να φτάσει η καρδιά σου. Και ύστερα αποσύρονται. Αφήνοντας πίσω τους λίγη σκόνη, μερικές ουλές και μια παράξενη γνώση που δεν είχες πριν.
Ίσως η ωριμότητα του έρωτα να μην είναι τελικά να μάθεις πώς να κρατάς κάποιον. Ίσως να είναι να μάθεις πώς να τον αφήνεις χωρίς να ακυρώνεις όσα ένιωσες. Να συνεχίζεις χωρίς να χρειάζεται να πείσεις τον εαυτό σου πως δεν τον αγάπησες. Να μπορείς να πεις: Ναι. Συνέβη. Ναι. Ήταν αληθινό. Και όχι. Δεν ήταν για πάντα. Γιατί κάποια πράγματα δεν τελειώνουν επειδή έπαψαν να έχουν συναίσθημα. Τελειώνουν επειδή η πραγματικότητα δεν τους άφησε ποτέ αρκετό χώρο. Κι έτσι, κάποια στιγμή, επιλέγεις όχι αυτό που θα μπορούσε να είχε γίνει, αλλά αυτό που μπορεί ακόμη να γίνει. Και συνεχίζεις. Χωρίς θόρυβο. Χωρίς μεγάλες υποσχέσεις στον εαυτό σου. Απλώς συνεχίζεις. Οι μέρες γεμίζουν ξανά. Οι ώρες αποκτούν άλλο βάρος. Άλλοι άνθρωποι περνούν από τη ζωή σου. Άλλες στιγμές ζητούν την προσοχή σου. Και το όνομά του αρχίζει να εμφανίζεται λιγότερο μέσα στις σκέψεις σου. Όχι επειδή το διέγραψες– απλώς επειδή η ζωή, αθόρυβα και επίμονα, ξαναγεμίζει τον χώρο.
Κι όμως, κάπου κάπου… Ένα τραγούδι. Ένας δρόμος. Μια μυρωδιά. Ένα συγκεκριμένο φως πάνω στα τζάμια ενός απογεύματος. Μια ώρα της νύχτας που κανείς δεν τηλεφωνεί. Και για μια στιγμή επιστρέφεις εκεί. Όχι για να αλλάξεις κάτι. Μόνο για να θυμηθείς πώς ήταν όταν ακόμη πίστευες πως ίσως μπορούσε. Και ύστερα περνάει. Όπως περνούν όλα όσα κάποτε νόμιζες πως δε θα άντεχες να χάσεις. Ίσως αυτό να είναι τελικά το τέλος των πραγμάτων που δεν έγιναν ποτέ. Όχι να τα ξεχάσεις. Να πάψουν, σιγά σιγά, να ζητούν από σένα μια απάντηση. Να μπορούν να υπάρχουν μέσα σου χωρίς να απαιτούν επιστροφή. Και κάπου πολύ βαθιά, εκεί όπου η λογική δε φτάνει και η μνήμη φυλάει ακόμη τα δικά της μικρά μυστικά, να μείνει μια λεπτή σκιά από εκείνο το «αν». Όχι αρκετή για να γυρίσεις πίσω. Μόνο αρκετή για να θυμάσαι πως, κάποτε, υπήρξε κάτι που θα μπορούσε.
Αν η ζωή ήταν λίγο διαφορετική. Αλλά δεν ήταν. Και ίσως, χρόνια μετά, να βρεθείς ξαφνικά μόνος σε ένα δωμάτιο, με το βράδυ να ακουμπάει αργά στα τζάμια, και να τον θυμηθείς. Χωρίς πόνο αυτή τη φορά. Χωρίς ανάγκη. Μόνο για μια στιγμή. Και θα χαμογελάσεις χωρίς να ξέρεις ακριβώς γιατί. Ίσως επειδή θυμήθηκες. Ίσως επειδή ξέχασες. Ίσως επειδή, κάπου ανάμεσα στα δύο, έμαθες επιτέλους να ζεις. Και μετά θα σηκωθείς. Θα κλείσεις το φως. Θα συνεχίσεις τη ζωή σου. Και κάπου, σε μια άλλη πόλη, σε μια άλλη ζωή, μπορεί να υπάρχει ακόμη ένας άνθρωπος που, κάποια νύχτα, θα θυμηθεί κι εκείνος. Δε θα το μάθεις ποτέ. Και ίσως αυτό να είναι το πιο ήσυχο τέλος που μπορούσε να σας δοθεί. Όχι ένα αντίο. Όχι μια επιστροφή. Μόνο δύο ζωές που κάποτε διασταυρώθηκαν για λίγο και ύστερα συνέχισαν, η καθεμία προς τη δική της κατεύθυνση. Κι ανάμεσά τους, για πάντα ίσως, εκείνο το μικρό, επίμονο θαύμα που δεν έγινε ποτέ. Και κάπου εκεί, ανάμεσα στο «ήταν» και στο «θα μπορούσε», θα μείνει ό,τι απέμεινε από εσάς.
Έλενα Κορινιώτη