23 Ιουνίου 2026
Share

Καλώς ήρθες και αντίο

Ήρθες στη ζωή μου ως φωνή. Κι έμεινες για χρόνια έτσι. Μια φωνή που με τραβούσε και που διέσχιζε χιλιόμετρα, θάλασσες, υποχρεώσεις και λάθος χρονισμούς για να με συναντήσει κάθε βράδυ. Μια φωνή που έμαθα να αναγνωρίζω από την πρώτη συλλαβή, που μπορούσε να αλλάξει τη διάθεσή μου μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Είναι παράξενο να έλκεσαι κάποιον που δεν έχεις αγγίξει ποτέ. Κι όμως, το ένιωθα. Όχι παρά την απόσταση. Εξαιτίας της σχεδόν.

Μέσα σε εκείνο το μακρόσυρτο κενό της χωρούσαν όλες οι λέξεις μας. Εκεί που δεν υπήρχαν βλέμματα, υπήρχαν εξομολογήσεις. Εκεί που δεν υπήρχαν αγγίγματα, υπήρχε προσμονή. Εκεί που δεν υπήρχε ανάγκη, παρά μόνο θέληση, εκεί ακριβώς πάνω εδραιώθηκε κάτι γυάλινο και τσιμεντένιο ταυτόχρονα. Μια ιστορία που ζούσε ανάμεσα σε δύο πόλεις, δύο ζωές και αμέτρητα «κάποτε».

Και ύστερα πέρασαν τα χρόνια. Τα χρόνια, που δεν ρωτούν ποτέ τι αφήνουν πίσω τους. Κι εμείς χαθήκαμε στους μικρόκοσμούς μας, στις υποχρεώσεις, στις χαρές και στις κατακτήσεις μας. Μέχρι που βρεθήκαμε. Για πρώτη φορά. Ένα πρωί που έμοιαζε με τα άλλα όμως δεν ήταν όμοιο. Και καθώς σε είδα να περπατάς προς το μέρος μου, ένιωσα πως σε αναγνώρισα αμέσως. Σαν να μην χρειαζόταν το πρόσωπό σου για να σε γνωρίσω. Σε ήξερα ήδη από τις σιωπές σου. Από τον τρόπο που δίσταζες πριν πεις κάτι σημαντικό. Από τα γέλια που είχα ακούσει εκατοντάδες φορές μέσα από ένα ακουστικό. Κι όμως, εκείνη τη στιγμή κατάλαβα και κάτι άλλο. Πως είχαμε φτάσει πολύ αργά. Όχι στη συνάντησή μας. Σε εμάς. Γιατί κάποτε πίστευα πως το συναίσθημα αρκεί. Πως αν δύο άνθρωποι νιώσουν αρκετά δυνατά ο ένας για τον άλλον, θα βρουν τρόπο να νικήσουν την απόσταση, το χρόνο, τις συνθήκες, τις φοβίες τους, τις διαφορετικές νοοτροπίες τους. Τώρα ξέρω ότι δεν είναι πάντα έτσι.

Μερικές φορές η ζωή προχωράει ενώ εσύ κοιτάς αλλού. Κι όταν ξανασηκώνεις το βλέμμα, ο άνθρωπος που ποθησες κρατά ήδη το χέρι κάποιου άλλου. Και δεν υπάρχει καμία πίκρα σε αυτή τη διαπίστωση. Μόνο μια μελαγχολία ήσυχη, ώριμη. Απλώς αναρωτιέμαι καμιά φορά ποιοι θα ήμασταν αν είχαμε συναντηθεί νωρίτερα. Αν η απόσταση ήταν μικρότερη. Αν ο χρόνος ήταν πιο επιεικής. Αν… Αλλά οι ζωές δεν γράφονται με υποθέσεις. Γράφονται με επιλογές, συγκυρίες και καθυστερημένες συναντήσεις. Κι εμείς υπήρξαμε ακριβώς αυτό. Μια καθυστερημένη συνάντηση. Μια έλξη που έζησε περισσότερο μέσα στο κεφάλι μας παρά στην πραγματικότητα. Μια ιστορία που δεν έσβησε επειδή έλειψαν τα συναισθήματα, αλλά επειδή έλειψε ο κοινός χρόνος.

Φεύγοντας εκείνη την ημέρα δεν ένιωσα ότι έχανα εσένα. Είχα χάσει εσένα χρόνια πριν, χωρίς ποτέ να σε έχω πραγματικά. Εκείνο που αποχαιρέτησα ήταν το όνειρο. Την εκδοχή μιας ζωής που δε θα ζήσουμε ποτέ. Κι όμως, αν με ρωτούσες σήμερα αν άξιζε, θα σου έλεγα ναι. Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που δεν έρχονται για να μείνουν. Έρχονται για να αφήσουν μέσα σου ένα δωμάτιο φωτισμένο για πάντα. Κι εσύ θα είσαι πάντα αυτό το δωμάτιο. Η σπίθα που δεν πρόλαβε να γίνει ζωή. Η συνάντηση που άργησε μερικά χρόνια. Και το αντίο που, από την πρώτη στιγμή, κρυβόταν μέσα στο “καλώς ήρθες”.

Έλενα Κορινιώτη

About Έλενα Κορινιώτη

Μπορεί επίσης να σας αρέσει