Τη στιγμή που δε θα φοβάσαι πια την καταιγίδα, θα έχεις λυτρωθεί

Μπορεί και να μην το πίστευες λίγο μόνο καιρό πριν. Ίσως πάλι και να αρνιόσουν απλώς να το δεχτείς. Όμως τελικά, έρχεται κάποτε η στιγμή που κλείνοντας τα μάτια σου, δεν αντέχεις να βλέπεις συνεχώς τον ίδιο εφιάλτη. 

Έχεις την ανάγκη να δεις επιτέλους ένα όνειρο όμορφο, από εκείνα που μόλις θα φτάνει η ώρα να ξυπνήσεις, εσύ θα αρνείσαι να το κάνεις πεισματικά και θα κλείνεις ξανά τα μάτια, για να μη χάσεις ούτε μία του εικόνα. 
 
Πέρασες από μια καταιγίδα δυνατή. Βράχηκες ως το κόκκαλο και ακόμα δεν έχεις βγάλει τα ρούχα εκείνα που φορούσες. Στέγνωσαν πια επάνω στο κορμί σου κι αυτά, αφήνοντας όμως τα σημάδια τους σε αυτό, γιατί κάθε φορά που θα αλλάζει ο καιρός, πάντα θα σε πονούν και θα σε παιδεύουν. Σαν τις ουλές, που ενώ έχουν κλείσει κι έχουν περάσει χρόνια, κάθε που ο καιρός αλλάζει, τις νιώθεις να σ’ ενοχλούν, θυμίζοντάς σου πως κάποτε αιμορραγούσαν. 
 
Έψαχνες απεγνωσμένα ένα καταφύγιο για να προστατευτείς από όλον εκείνον τον χαλασμό τότε, θυμάσαι; Μα εκείνο που υπολόγιζες για δικό σου καταφύγιο, προς μεγάλη σου απογοήτευση, διαπίστωσες πως το είχε ήδη συμπαρασύρει το ορμητικό νερό της βροχής και είχαν απομείνει πλέον να φαίνονται μονάχα τα σαθρά του θεμέλια. Πού να κρυφτείς και πώς να προστατευτείς; 
 
Έμεινες κάμποση ώρα εκτεθειμένη εκεί, να βρέχεσαι μαζί τους και όταν άρχισε επιτέλους να κοπάζει η καταιγίδα, δοκίμασες να κάνεις δειλά ένα πρώτο βήμα. Το βάρος σου τώρα, από το νερό που είχε ποτίσει πλέον το κορμί σου, ήταν διπλάσιο μα τα κατάφερες. Όλοι είχαν εγκαταλείψει ήδη, τι νόημα είχε λοιπόν εσύ να επιμένεις να φυλάς χαλάσματα μόνη;
 
Γύρισες μόνο να τα κοιτάξεις για μια τελευταία φορά κι αυτό για να μην ξεχάσεις, πως αν ποτέ καταφέρεις να χτίσεις καινούριο καταφύγιο ξανά, θα πρέπει να κοπιάσεις πολύ στα θεμέλιά του. Όλη σου την τέχνη, όλη σου την πείρα μα κυρίως όλη σου την αγάπη, εκεί θα πρέπει να τ’ αποθέσεις, στα θεμέλια, για να μην σε τρομάζει καμία καταιγίδα μα και για να μην καταφέρει να αγγίξει το κορμί σου, ούτε σταγόνα πια.
 
Προχώρησες λοιπόν, μα στον δρόμο σου δεν δέχτηκες ποτέ σου «ρούχα δανεικά» να φορέσεις κι ας έτρεμες. 
Προτίμησες να αφήσεις τα βρεγμένα 
να στεγνώσουν πάνω σου κι ας σου πρόσφεραν καινούρια και ζεστά.
Και ίσως ετούτη σου η άρνηση, να σε παίδεψε περισσότερο, γιατί πόση παγωνιά να μπορούσε να αντέξει ακόμα η ψυχή σου; Όμως τώρα πια το γνώριζες καλά, είχες κοιτάξει πίσω σου βλέπεις πριν να ξεκινήσεις και για ένα πράγμα ήσουν πλέον κάτι παραπάνω από σίγουρη. 
 
Καλύτερα «βρεγμένη» μα με ρούχα δικά σου, παρά «ξεγυμνωμένη» και έρμαιο ξένων επιλογών. 
Έτσι πορεύτηκες πάλι απ’ την αρχή κι άφησες πίσω σου ό,τι είχε παρασύρει η καταιγίδα στο πέρασμά της. Και δεν τη φοβήθηκες ποτέ ξανά, γιατί ήταν εκείνη τελικά που σου άνοιξε τον δρόμο και που καθάρισε τον ουρανό μα και τον ορίζοντά σου. 
 
Κάθε που βρέχει τώρα πια, μπορείς να αναγνωρίσεις κι εκείνους που έκαναν ένα ταξίδι όμοιο με το δικό σου. Γιατί δεν φοβούνται πλέον να μείνουν εκτεθειμένοι στη δίνη της και γιατί μοιάζουν κι οι ίδιοι με βροχή σε όλες της τις μορφές. Άλλοτε σιγανή, άλλοτε μπόρα περαστική κι άλλοτε καταιγίδα δυνατή, ικανή να σαρώσει ό,τι βρεθεί στο πέρασμά της, μα πάντα λυτρωτική στο τέλος. 

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *