Η σκιά εκείνη που ποτέ δεν πήρε τα μάτια της από πάνω σου

Σίγουρα το έχεις νιώσει και εσύ αυτό το συναίσθημα, ξεκινάει μια βαριά αβεβαιότητα για το αύριο, μια σκοτεινή φιγούρα σε κάποια ξεχασμένη γωνία του μυαλού σου, που ποτέ δεν σταμάτησε να σε παρακολουθεί. Εσύ σήκωσες δειλά-δειλά τα φοβισμένα μάτια του θολού μυαλού σου και την αντίκρισες, στεκόταν εκεί ακίνητη, χωρίς σκοπό, χωρίς αιτία, αν τρόμαξες τότε αυτή σου χαμογέλασε και ήρθε ένα βήμα πιο κοντά σου. Βήμα-βήμα, σκέψη-σκέψη έτσι κερδίζει έδαφος και κατευθύνεται όλο ένα και πιο κοντά σου. Τα εμπόδια της ζωής σου, αποτυχημένες σχέσεις, έλλειψη δουλειάς, έλλειψη προοπτικής για καλύτερες μέρες, όλα αυτά την κάνουν να τρέχει προς το μέρος σου. Εσύ γονατίζεις, πέφτεις κλαις και φωνάζεις. Μέχρι που έρχεται μια μέρα που η φωνή σου δεν βγαίνει άλλο, το κουλουριασμένο σου κορμί κρυώνει και ο κάποτε φωτεινός ουρανός του μυαλού σου έχει καλυφθεί από μαύρα σύννεφα. Εκείνη η σκιά που κάποτε στεκόταν μόνη και παραγκωνισμένη, που έμοιαζε μια στάλα, πλέον μεγάλωσε, της επέτρεψες να σταθεί πιο ψηλά από σένα στο ίδιο σου το μυαλό.

Τώρα είσαι μόνος στον έρημο κόσμο του μυαλού σου, στην παγωμένη αγκαλιά της. Την τρέμεις, την φοβάσαι αλλά έμαθες να την αγαπάς, γιατί τώρα κατάλαβες ότι η σκιά σου ήταν πάντα εκεί. Πάντα σε πρόσεχε, πάντα σε κοιτούσε. Και τώρα που όλοι σε αφήσανε η σκιά σε έχει αγκαλιά. Μπερδεύτηκες, την έκανες φίλη σου. Έμαθες να ζεις μέσα στον ίδιο σου τον φόβο. Έχεις ξεχάσει τις ηλιόλουστες μέρες και τον καταγάλανο ουρανό.

Αν όμως ξυπνήσεις, αν αφήσεις τα μάτια σου να δουν τον κόσμο, αφιλτράριστο από τις αμφιβολίες και τους φόβους σου. Τότε θα δεις ότι όλα αλλάζουν και ότι έβλεπες αυτό που ήθελες να δεις. Η σκιά σπάει σε δυο φιγούρες, στους γονείς σου, σε πρόσεχαν πάντα, γελούσαν με τις χαρές σου και πονούσαν με τις λύπες σου. Τους είδες και σου χαμογέλασαν, γιατί ενώ εσύ είχες χαθεί, αυτοί δεν έπαψαν να κοιτάνε προς το μέρος σου. Όταν η ζωή σε τρόμαξε δεν τους γνώρισες, φοβήθηκες. Παντού τριγύρω σου έβλεπες εχθρούς. Σε είδαν που έχανες τον εαυτό σου και ήρθαν πιο κοντά. Όμως εσύ έφυγες πίσω. Σε αγκάλιασαν και σε σκέπασαν με την ζεστή κουβέρτα της καρδιάς τους, όμως εσύ μπέρδεψες την ζέστη με το κρύο και την αγάπη με το μίσος. Πίστεψε με, αυτοί πόνεσαν και φοβήθηκαν πιο πολύ από σένα, γιατί η σκιά στο δικό τους μυαλό έχει την μορφή του δικού σου πόνου.

Βγάλε τις παρωπίδες που φοράς, άσε το ζεστό φως του ήλιου να ζεστάνει το παγωμένο σου κορμί. Απόλαυσε αυτήν την σπάνια ευκαιρία που έχεις να νιώσεις πραγματική αγάπη και ευτυχία. Σε αυτόν τον κόσμο δεν θα συναντήσεις ποτέ κάτι πιο δυνατό, πιο ιερό, πιο ζεστό και πιο φωτεινό από την αγάπη των γονιών σου. Μην ξεχνάς, το φως πάντα κερδίζει το σκοτάδι.
Ευχαριστώ μαμά! Ευχαριστώ μπαμπά! Σε χαλεπούς καιρούς, όταν όλοι λυγίζουν, εγώ έμεινα εδώ και χαμογελάω, γιατί έχω εσάς. Με μεγαλώσατε, με ντύσατε, με σπουδάσατε και πάνω απ’ όλα δεν σταματήσατε να πιστεύετε σε μένα. Ήσασταν, είστε και θα είστε πάντα οι χαμογελαστές φιγούρες στην άκρη του μυαλού μου, που μου δίνουν δύναμη, ο ήλιος που φωτίζει τις σκέψεις μου και ο γαλανός ουρανός που δεν αφήνει τα μαύρα σύννεφα να πλησιάσουν.

Γιώργος Χατζηκυριάκου

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *