Κάποτε οι Παράδεισοι κουράζονται να περιμένουν

Φεύγουν αδιάκοπα τα τρένα στους σταθμούς… 
 
Καθεμιά των τροχών στροφή κι ένα ακόμα αντίο που ολοένα εξασθενεί, 
ώσπου ακούγεται σαν ύστατη από φάντασμα ικεσία και κραυγή.
 
Φεύγουν αεικίνητες οι στιγμές μας… 
Γεννιούνται και θανατώνονται ξανά και ξανά,
γιορτή και θρήνος σε κάθε του εκκρεμές τικ τακ.
 
Ποτάμια οι χαρές και οι πίκρες…
Ταξιδεύουν ανταριασμένα, 
για να συναντηθούν στο άσκοπο του χρόνου.
Ενώνονται σε δίνη, 
ανακατεύονται οι μνήμες και τα όνειρα, 
αλληλοπνίγονται τα ”γιατί” και τα ”θέλω”.
Κι η σανίδα σωτηρίας τους είσαι πάντα εσύ, 
μα δεν το έμαθες ποτέ.
 
Φεύγει η ζωή.
Φεύγει ο χρόνος.
Φεύγεις εσύ…
Φεύγω εγώ…
 
Κι όλα αλλάζουν προσωπείο.
Κι ακούγεται αλλιώτικη 
κι η μελωδία του κόσμου.
Χλευαστικός κι ο ουρανός 
σαν μας κοιτά να ξεμακραίνουμε.
Εκείνος, θαρρείς, πως το ξερε από πάντα…
 
Λόγια κι ελπίδες.
Όνειρα κι υποσχέσεις. 
Γέλια και δάκρυα. 
Μνήμες και νοσταλγία. Θαύματα και υπερβάσεις.
Όλα θυσία στον Καιάδα της ανθρώπινης ουτοπίας…
 
Δεν κλαίω πια…
Ίσως δεν έχει άλλο πόνο.
Κι ούτε γελώ…
Ξέρω πως κάποτε οι Παράδεισοι κουράζονται να περιμένουν 
κι ερμητικά τις πόρτες τους σφαλίζουν.
 
Ξέρεις…
Δεν είναι που λιγόστεψε το φεγγάρι 
κι έγινε όμοιο με δρεπάνι κοφτερό.
 
Μα να… 
Είναι που σκαλώνουν πάνω του οι νύχτες
και ματωμένες αργοπεθαίνουν
δίχως να ξέρουν το γιατί… 
 
Κατερίνα Πανταλέων

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *