Το πρώτο σκαλί

Δυο μίλια από το νησί, στη μέση του πελάου, βράχος θεόρατος υψώνεται πάνω από το νερό, κοφτερός και απότομος. Κι όπως λούζεται στο φως του αποσημεριού, γυαλίζει σαν θεριό που ξεπήδησε από τα κύματα. Πόρτα τον λένε οι ντόπιοι γιατί στην ανατολική μεριά του, υψώνεται πόρτα λίθινη από Θεό φτιαγμένη, που σμίγει δυο θάλασσες και χωρίζει δυο ξερόβραχους. Και τα ρέματα σ’ αυτό το μπογάζι έχουν τον διάολο μέσα τους. Θαλασσινός δεν βρέθηκε να διαβεί την πετρόπορτα, μόνο γλαριά και ψάρια το αποτολμούν.

Εκεί σ΄αυτόν τον καστρόβραχο είδα τον μπαρμπα- Ανέστη πρώτη φορά. Νιοφερμένος μαθές στο νησί και έψαχνα να σκοτώσω την ώρα μου με τη συρτή πάνω σε ξύλο δανεικό, φρεσκοβαμμένο. Ο μπαρμπα- Ανέστης σκυφτός πάνω στον βράχο, κολλημένος σαν σαύρα σφυροκοπούσε με το καλέμι και τη βαριοπούλα στο αχαμνό του χέρι. Θα ‘χε περάσει τα 60 και τα άσπρα του μαλλιά ανέμιζαν σαν κόντρα φλόκος στο βοριαδάκι. Με είδε – δεν με είδε, ποιος ξέρει!
«Μπάρμπααααα», φώναξα! Λες και μιλούσα του αέρα, καμία απόκριση.

«Το ‘χει λίγο χαμένο» μου είπε χαμηλώνοντας τη φωνή ο Νικολός στον καφενέ, χτυπώντας με το δάχτυλο το κεφάλι του. Άμα το έλεγε ο καφετζής ο Νικολός, έτσι θα ταν! Ήταν η φυλλάδα του νησιού. Ήθελες να μάθεις για το γκοβέρνο; Στον Νικολό θα πήγαινες. Έψαχνες για βρεμένο καπνό, έτσι έλεγαν οι ντόπιοι το λαθραίο χαρμάνι, ο Νικολός θα σου λεγε πού θα βρεις το καλύτερο!

«Από τότες που πνίγηκε ο γιος του εκεί στην βραχόπορτα, πάνε τώρα δύο χρόνια, μαστορεύει στην πέτρα σκαλιά» συνέχισε ο Νικολός. «Νικιέται η πέτρα, μωρέ! τζάμπα παλεύει τόσον καιρό. Και να το φτιάξει, τι κέρδισε; Ποιος θα πάει εκεί, ποιος θα ανέβει στον παλιόβραχο που και τα πουλιά τον αποφεύγουν σαν ο διάολος το λιβάνι. Πώς του κόλλησε αυτή η τρέλα μήτε ο Θεός μήτε ο διάολος ξεύρει. Κάθε Κυριακή, μετά τη λειτουργιά, μα λιοπύρι, μα τραμουντάνα γιομάτη παίρνει τη βάρκα του τη Βαγγέλω και τραβάει για την Πόρτα. Σκαλώνει που λες πάνω στο βράχο και βαράει τα λιθάρια λες και θέλει να τα κάνει να γογγύξουν. Και την αλμύρα ούτε να την ματαγγίξει! Από τότες που έχασε τον γιο, στο νερό το θαλασσινό δεν βάνει ούτε τον αστράγαλο. Παράτησε και την ψαρική και βάλθηκε να πλέκει καλάθια από λυγαριά για να ψωμοζήσει. Τον ελυπούνται στο παζάρι και του αγοράζουν από κανένα, αλλά τι να το κάνεις, ίσα- ίσα μην πεθάνει της πείνας».

Ήτανε μήνας θεριστής και η σοροκάδα σάρωνε το νησί, φούσκωνε τα νερά, ξερίζωνε σκεπές, γιόμιζε τον τόπο κουρνιαχτό φερμένο από έρημο μακρινή, να μην γλέπεις τον διπλανό σου και ούρλιαζε πολεμικά τραγούδια βολτάροντας στα φρεσκοασβεστωμένα σοκάκια της Χώρας. Και οι χωριάτες κλεισμένοι μες στους οντάδες τους λες και κρατούσαν και την αναπνοή τους ακόμα, μη χαλάσουν το τραγούδι αυτό του ανέμου. Τέτοια νέκρα απλωνόταν στη Χώρα!

Στάθηκα δίπλα στο παραθύρι και κοίταξα. Κοίταξα χωρίς να βλέπω γιατί τα μάτια μου αντί να κοιτάνε έξω, μέσα μου κοιτούσαν. Τέσσερα γιομάτα χρόνια πέρασα στον τόπο αυτό και πάλι ξένος ήμουν. Δεν ρίζωσα, μόνο ξώφαλτσα άπλωσα τα ποδάρια μου μπας και καταφέρω να σταθώ σε πείσμα ολονώνε. «Ο Ξένος» φώναζαν τα παιδόπουλα παίρνοντάς με στο κατόπι, όταν άφηνα το καλύβι μου στα μαύρα γκρέμνα, να πιάσω τη στράτα, να πάω στον καφενέ, να δω άνθρωπο, «ο καλαμαράς»! Είχα αγριέψει από τη μοναξιά. Καλά μου το ‘λεγε η μάνα μου: «Πού θα πας, έρμε, να ξενιτευτείς; Στις ερμιές; Μωρέ μπορεί ο πρωτευουσάνος να ζήσει σαν παρακατιανός; Θα σε φαρμακώσει το νησί, δεν είναι για ελόγου σου».

Άφησα λοιπόν το καλύβι μου, το τραπέζι που τα καλοκαιρινά βράδια πότιζα με τον ίδρο γράφοντας καρκατσουλιές, έτσι έλεγε τα γραπτά μου η μάνα μου, έκλεισα την καστρόπορτά μου και πήρα τον κατήφορο για τη Χώρα, ακολουθώντας τη δημοσιά. Μήτε τη μύτη μου δεν έβλεπα και η άσπρη σκόνη έμπαινε στα ρουθούνια μου, στο στόμα μου, στην ψυχή μου λες. Κάποτε είδα τα πρώτα σπίτια και μέχρι να φτάσω στην πλατεία τα αλυχτίσματα των σκυλιών μ’ ακολουθούσαν σε κάθε βήμα. Δεν γάβγιζαν σαν σκυλιά αλλά αλύχτιζαν σαν μοιρολογίστρες πάνω από νεκροκρέβατο. Ανατρίχιασα και πήρα πέτρες να τα φοβερίσω μα αυτά όχι μόνο δεν σκιάζονταν αλλά με δύναμη περισσή φώναζαν, λες και έβλεπαν το κακό να ζυγώνει.

Θα ‘τανε δύο ώρες που κουτσόπινα μόνος σαν τον κούκο, σε ακριανό τραπέζι, όταν άρχισε να βαράει σαν τρελή η καμπάνα του χωριού. Η μεγάλη μπρούτζινη καμπάνα ήταν το καμάρι του νησιού. «Δώρο από πριγκίπισσα τρανή, από τους Ρούσους τον περασμένο αιώνα», έλεγαν οι χωριάτες και καμάρωναν. Δυο μέρες έκαναν να την σκαρφαλώσουν στο καμπαναριό και για να ανέβει το θεριό αυτό ξήλωσαν ακόμα και τα σκαλιά να μην μποδάνε. Το χτύπημά της πολλοί το αγάπησαν σε χαρές, βαφτίσια, Πασχαλιές, γάμους και πολλοί το μίσησαν γιατί όταν βαρούσε όπως την μέρα αυτή την σοροκοχτυπημένη, καλό δεν προμηνούσε.

Πετάχτηκα και έτρεξα μαζί με το μπούγιο και πού πήγαινα δεν ήξερα. Μιας κατά το βουνό τραβούσε το ανθρωπομάνι παρασέρνοντας κι εμέ, μιας κατά τον γιαλό φωνάζοντας, τρελαμένοι όλοι, λες και ο σορόκος μάς είχε φουσκώσει τα μυαλά όπως παλιά φούσκωνε τους φλόκους και τις γάμπιες.

«Οι πρόσφυγες» ακούστηκε μια φωνή! «Οι πρόσφυγες πνίγονται». Το ανθρωπομάνι τώρα δεν φώναζε μα βογκούσε σαν ετοιμόγεννη. «Στην Πόρτα». Ούτε κατάλαβα πώς έφτασα στο ακροθαλάσσι. «Να ρίξουμε τις βάρκες» φώναξαν μιας και όλα τα πλεούμενα ήταν τραβηγμένα στη στεριά να γλιτώσουν από την κοσμοχαλασιά. Αλλά πού να πέσει στην αλμύρα σκαρί έτσι όπως τα κύματα σάρωναν την αμμούδα. Έβαλε ο Άγιος Λαυρέντης το χέρι του, ο προστάτης του νησιού, ή η τύχη μας χαμογέλασε, δεν ξέρω και μια βάρκα με πέντε νοματαίους, η «Αγάπη» όπως ήταν το όνομά της ζωγραφισμένο από χέρι σταθερό, μπήκε θαρρετά στο νερό. Πιάστηκα γερά στην κουπαστή και σκαρφάλωσα με δυσκολία καθώς το ξύλο ανεβοκατέβαινε με μανία γιατί είχε τον άνεμο κόντρα, από τον Νοτιά, αγριεμένο και φαρμακερό. Δυο φορές το κύμα μας γύρισε προς την ακτή και δυο φορές την ξαναφέραμε προς τα ανοιχτά. Και να η «Αγάπη» μας μπόρεσε να αλαργέψει από τον αφροδαρμένο γιαλό και έβαλε πλώρη για την Πόρτα. Μπροστά μου ο μπαρμπα-Ανέστης. Ναι, εκεί στην πλώρη με τα πόδια γερά σφηνωμένα Έχεις δει εκείνα τα γέρικα δένδρα στις κορφές τα κεραυνοχτηπημένα που δεν πέφτουν όσο κι αν το αγριοκαίρι τα σαρώνει; Έτσι και ο μπαρμπα-Ανέστης πάνω στο καμπούνι, γαντζωμένος στο βίντσι, με το χέρι μπροστά στα μάτια για ανεμοφράχτη, μαϊνάριζε χωρίς φόβο με τη σιγουριά αυτού που έχει φάει τη θάλασσα με το κουτάλι. Τα κύματα θεριά ανήμερα έπεφταν πάνω μας να μας καταπιούν. Μια τον έβλεπα καθαρά, μια χανότανε μέσα στους αφρούς, μια ξεπρόβαλε λουσμένος στο νερό σαν τον Ποσειδώνα με τα μαλλιά να στάζουνε αλμύρα.
Σιμώναμε με χίλια βάσανα στην Πόρτα που αχνοφαινόταν μέσα σε μια ομίχλη από σταγόνες και αχνό. “’Κράτει”, φώναξε ο μπάρμπας γιατί δεν ήθελε και πολύ να τσακιστούμε στα βράχια. Και να μπροστά μας σαν σημαδούρες 6-7 κεφάλια να παλεύουν να κρατηθούν ψηλά. Άλλοτε βούλιαζαν άλλοτε ξεπρόβαλλαν άθλιοι και ταλαιπωρημένοι χτυπώντας σαν τρελοί τα χέρια, να πιαστούν κάπου και να σωθούν από τη μαύρη τύχη τους.
Ο μπάρμπας άρχισε να τους φωνάζει και να δείχνει σαν τρελός προς τον βράχο: «Στο σκαλί, στο σκαλί μωρέ», αλλά και να τον άκουγαν μέσα σ’ αυτή την κοσμοχαλασιά, δεν θα καταλάβαιναν γρι.

«Πνίγουνται μωρέ» ούρλιαξε πιο άγρια και από τον άνεμο. «Δεν βλέπετε μωρέ πως πνίγουνται;» Μα ποιος να κάνει τι! Ο Μήτσος στη λαγουδέρα πάσχιζε να κρατήσει το σκαρί όρτσα μην μπατάρουμε και οι υπόλοιποι γαντζωμένοι απ’ όπου έβρισκε ο καθείς μπαλατζάραμε σαν μεθυσμένοι.
Ο μπαρμπα- Ανέστης είδε και αποείδε ότι ήμαστε άπραγοι και δεν μπορούσαμε με το θεριό να τα βάνουμε και βούτηξε στο νερό που έβραζε από τις δίνες. Άθελά μου σταυροκοπήθηκα.

«Πού πάει ο μουρλός, γέρος άνθρωπος, θα πνιγεί, σωσμό δεν έχει» φώναξε κάποιος δίπλα μου.
Έμεινα άπραγος, δειλός και ντροπιασμένος να τηρώ τον μπάρμπα που φάνηκε στην κορφή των κυμάτων να κολυμπάει σαν δέλφινας. Δεν ήταν μπάρμπας πια, αλλά θαρρείς ήρωας ξεπεταγμένος μέσα από τις φυλλάδες που διάβαζα μικρός.
Με μεγάλες απλωτές έφτασε στον πιο κοντινό δύσμοιρο που πάλευε να σωθεί από τον βέβαιο πνιγμό, τον άδραξε και τον έσυρε κολυμπώντας προς την Πόρτα. Για μια στιγμή χάθηκαν καθώς ένα κύμα τους πήρε και τους σήκωσε και τους έσκασε με δύναμη στα βράχια.

Έσκουξα κι εγώ μαζί με τους άλλους τέσσερις που είχαμε απομείνει στην «Αγάπη». Μα να, ξαναφάνηκαν και με τη δύναμη που δίνει στον άνθρωπο η ανάσα του θανάτου, πάτησαν.

Πάτησαν γερά και σταθερά. Το πρώτο σκαλί, σμιλευμένο με πάθος, με μανία και θύμηση ήταν εκεί!

Το πρώτο σκαλί!

Κείμενο: Θανάσης Τσιλιγγούδης

Φωτογραφία: Δημήτρης Παπούκας

 

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *