Μη με ξεχάσεις

«Φεύγω, αλλά δε θα χαθούμε, να το θυμάσαι. Το ξέρω πως δεν προλάβαμε να ζήσουμε όλα όσα υποσχεθήκαμε ο ένας στον άλλον, ίσως δεν είπαμε και όσα θέλαμε να πούμε…Τι σημασία έχει πια; Μου κράτησες το χέρι όσο σε χρειαζόμουν και εγώ ήμουν κοντά σου σε κάθε σου βήμα, σε κάθε σου στιγμή…»
Παράξενη ώρα, «αμίλητη», καθόμουν σε μια άκρη του δωματίου μου και δεν μπορούσα να βρω ησυχία… σαν να φοβόμουν αυτήν τη νύχτα, δεν ξέρω τι, πραγματικά. Έμοιαζε να μην κυλά ο χρόνος, κοιτούσα το ρολόι του τοίχου και εκείνο σταθερά στο ίδιο σημείο, έμοιαζε να ήταν καρφωμένοι οι δείκτες του στο ίδιο σημείο και παρέμεναν εκεί, χωρίς διάθεση να αλλάξουν, χωρίς ψυχή για να με καταλάβουν, με απονιά παρέμεναν στην ίδια θέση με εκείνο το ανεπαίσθητο τικ – τακ που διαπερνούσε την καρδιά μου.
Αυτή η βραδιά είχε περίεργη διάθεση, σαν να πλανιόταν στην ατμόσφαιρα μια περίεργη σιωπή. Έμοιαζε με ένα βάρος της ψυχής που στεκόταν στον αέρα λίγο πιο πάνω από μένα απειλώντας με. Στεκόταν λίγο πιο πάνω από τη ζωή μου και την έκανε να φαίνεται άδεια, πληκτική, κενή από ουσία και από χαρά. Στάθηκα στο παράθυρο του δωματίου κοιτάζοντας τον κήπο.
Η νύχτα έξω από το χώρο του σπιτιού μου ήταν υπέροχη, μαγευτική. Έμοιαζε να με προσκαλεί να τρέξω κοντά της, να με σκεπάσει με το βελούδινο πανωφόρι της που άστραφτε απόψε μέσα στα κεντημένα μοτίβα του. Η λάμψη της, η λάμψη του φεγγαριού που έριχνε το ασήμι του μαζί με τη λάμψη των αστεριών, φώτιζε απόψε όλη την περιοχή.
Τόσο ελκυστική ήταν η νύχτα, που ένοιωσα να με μαγεύει. Άνοιξα την πόρτα και βγήκα έξω στον καθαρό αέρα, ήθελα να ανασάνω. Οι μυρωδιές της νύχτας έφταναν στα ρουθούνια μου σαν ακριβό άρωμα, αλλά και σαν αίσθηση που τραβά προς το μέρος της κάθε τι που θέλει να κατακτήσει, να κυριαρχήσει. Δεν μπορείς να μην υποταχτείς μερικές φορές, σκέφτηκα θαυμάζοντάς την. Είχε μια μοναδική ενέργεια, μεταξένια και απαλή, σαν το ακριβό αυτό ύφασμα που γλιστρά μέσα από τα δάχτυλά σου όταν θέλεις να το αγγίξεις. Κι όμως, τίποτα δεν έφτανε να μαλακώσει την ψυχή μου, απόψε το βάρος αυτό που ένοιωθα, όλο και δυνάμωνε…Σκεφτόμουν, σκεφτόμουν έντονα αυτά τα τελευταία λεπτά που μας ένωσαν με την αιωνιότητα, που έκλεισαν το βιβλίο της κοινής ζωής μας έτσι σκληρά και αμετάκλητα…
Όταν σε κοίταξα για πρώτη φορά, είχα την αίσθηση πως κοιτούσα το εξώφυλλο του καινούργιου βιβλίου, που αγγίζοντάς το, αισθάνεσαι από την πρώτη στιγμή, πως έχει πολλά να σου διηγηθεί. Το άγγιγμά του είναι αδιαπέραστο, επίμονο, σίγουρο και η μυρωδιά του όταν το ανοίγεις, μοιάζει να αφηγείται πολλά από την αρχή, από το πρώτο στιγμιότυπο μαζί του… μαζί σου…
«Μη με ξεχάσεις, όσο κι αν περάσει ο καιρός, οι μέρες, τα χρόνια, μη με ξεχάσεις. Αλλάζω ζωή, αλλά δε χάνομαι… Μη με ξεχάσεις, κράτησε την ανάμνησή μου στην καρδιά σου και μη κλαις, θα είμαστε μαζί για πάντα. Αν με φωνάξεις θα σε ακούσω, αν πονέσεις θα πονέσω κι εγώ. Αν προσευχηθείς θα είμαι κοντά σου, θυμήσου με, με ένα κερί, με μια καλή σκέψη, με μια ελεημοσύνη με ένα χαμόγελο από την ψυχή σου.
«Να βλέπεις τον κόσμο με αγάπη. Σε αυτή την αγάπη που κρύβεις μέσα σου, όταν διψάσω, θα ξεδιψώ. Θα έρχομαι και θα ακούω την αναπνοή σου στο μαξιλάρι σου όταν πλαγιάζεις, τότε θα είμαι μαζί σου. Όταν αισθάνεσαι μοναξιά τις νύχτες, κοίταξε τον Ουρανό. Ανάμεσα στα αστέρια του θα είμαι κι εγώ. Δεν θα αισθανθείς ποτέ μοναξιά, στο υπόσχομαι τώρα, εδώ, να με κρατάς στη καρδιά σου και τότε αιώνια θα ζω…»
Τι αίσθηση! Σαν να σάλεψε η νύχτα ξαφνικά, το ίδιο το σκοτάδι λύγισε στο απρόσμενο αεράκι που σηκώθηκε ταράζοντας λίγο τα δέντρα της περιοχής. Ένα σύρσιμο στο χώμα, «διστακτικό» έμοιαζε να ερχόταν προς το μέρος μου…
Ανατρίχιασα στο άκουσμά του, ας επιστρέψω, σκέφτηκα, είναι περίεργη η βραδιά. Η νύχτα τότε άπλωσε περισσότερο το κεντημένο πανωφόρι της γύρω μου, με σκέπασε απαλά και εγώ με αυτήν τη γλυκιά αίσθηση άρχισα να χαμογελώ. Είχε προχωρήσει τελικά η ώρα, οι στιγμές αυτές μαλάκωσαν τον πόνο μου και ναι, τα αστέρια ήταν υπέροχα. Η καρδιά μου είχε ελαφρώσει από το βάρος που σήκωνε. Κοντοστάθηκα λίγο ακόμα να θαυμάσω τη νύχτα πριν επιστρέψω στο σπίτι, αλλά μου φάνηκε πως άκουσα μέσα από το θρόισμα του αέρα, έναν ψίθυρο: «Μη με ξεχάσεις, όσο κι αν περάσει ο καιρός, οι μέρες, τα χρόνια, μη με ξεχάσεις. Αλλάζω ζωή, αλλά δε χάνομαι…»
Μαριάνθη
Υπέροχο κείμενο Μαριανθη μου…φεύγουν οι ψυχές κ εμείς εδώ πίσω ποναμε για εκείνες….αντί να χαιρόμαστε.
Ναι, μια άλλη πραγματικότητα ζούμε. Ευχαριστώ πολύ