Μοναξιά του εγώ

Χειροκρούσαν τα πλήθη. Τον ενθουσιασμό τους για το θέαμα τον εξέφραζαν με σφυρίγματα και αλλαλαγμούς. Τους συνεπήρε η γοητεία της σκηνής. Έγινε γιορτή η ψυχική ευφορία. Άγνωστοι μεταξύ τους μα τους ένωσε η τέχνη σε μια παρέα, ένιωθαν να γνωρίζονται από καιρό μεταξύ τους!
Πόσο οξύμωρο! Ο καλλιτέχνης έμοιαζε να απουσιάζει από το θρίαμβό του. Αγκάλιασε το ταλέντο του, εστίασε μόνο σ’ αυτό, ύψωσε το ΕΓΩ, απαξίωσε τη ΜΕΘΕΞΗ.
Έσβησαν τα φώτα της ράμπας, άδειασε η πλατεία, βρέθηκε μόνος του απέναντι στον εαυτό του. Όσα λόγια κολακευτικά κι αν προσπαθούσε η ματαιοδοξία του να του ψιθυρίσει, να τον κρατήσει στο βάθρο της ματαιότητας και της υπεροχής, δεν άργησε να τον επισκεφτεί η ματαίωση, να τον πληγώνει χωρίς ακόλουθους, να πνίγεται από τη μοναξιά του στο σκοτάδι των μεγαλύτερων μεταμεσονύκτιων ωρών.
Άπειρος από τις ουσιώδεις αξίες της ζωή, παρέμεινε αστόχαστος. Όση παιδεία είχε κατακτήσει την επένδυσε μόνο στο φαίνεσθαι. Είχε ήρωα τον Δον Κιχώτη, μα ποτέ δεν μπήκε στον κόπο να αναλύσει το πνεύμα και το στόχο του Μιγκέλ ντε Θερβάντες!
Βαγγέλης Γιάννος